Αρχείο Ζ.Ζ

Συγκέντρωση μεγάλου μέρους όσων έχουν ιντερνετικά γραφτεί για τη Ζυράννα Ζατέλη.

[σημ: Ακόμα είναι under construction...]


---------------------------------------------------------------------------------------------------

Δεν μου αρέσει η βαβούρα του καλοκαιριού. Όλοι αυτοί οι αλαλαγμοί, τα ξεφωνητά, οι παραλίες φίσκα στον κόσμο, μπουρνούζια, αντιηλιακά, πού θα πάμε, τι θα κάνουμε, «ποιους λαούς θα φάμε» και φέτος... μ' αφήνουν απ' έξω, αμέτοχη, και μάλλον εγώ είμαι το παράξενο είδος στην ιστορία παρά εκείνοι.

Με ευνοεί το γεγονός ότι κάνω μια δουλειά που δεν έχει καθημερινή και σχόλη, μόνη στο ψωμί, μόνη και στο μαχαίρι, διακόπτω για λίγες μέρες κι απουσιάζω σε ανύποπτο χρόνο για τους άλλους. Και σηκώνομαι νωρίς το πρωί επειδή μ' αρέσει να σηκώνομαι νωρίς, με τα πουλιά. Δεν ξέρω αν θα το έθετα με την ίδια προθυμία έτσι κι ήμουν αναγκασμένη να χτυπήσω καρτέλα σε κάποιο γραφείο ή εργοστάσιο. Αισθάνομαι πολύ τυχερή απ' αυτήν την άποψη. Μια αδιάκοπη εναλλαγή φωτός και σκότους, ηδονής και αγωνίας είναι το γράψιμο, που δεν θα την άλλαζα ούτε με μια θέση στον παράδεισο.

Πιθανόν να λειτουργεί ασυνείδητα και το γεγονός ότι μέχρι τα δεκαοχτώ μου έζησα σε αγροτική κοινωνία, κι εκεί τα καλοκαίρια σήμαιναν δουλειά, μόχθος εν όψει, όχι αστεία. Καπνά, κυρίως καπνά είχαμε στον Σοχό όπου μεγάλωσα, έξω απ' την Θεσσαλονίκη. Θυμάμαι που περιμέναμε μια Κυριακή για να ξεκουραστούμε λίγο, ή τα απογεύματα που δρόσιζε κάπως, ρίχναμε νερά στην αυλή, λέγαμε καμιά κουβέντα και πηγαίναμε νωρίς για ύπνο, γιατί την άλλη μέρα έπρεπε να σηκωθούμε από τα άγρια χαράματα πάλι, πολύ πριν διπλώσουν τα φτερά τους οι κουκουβάγιες και σιγήσουν. Θυμάμαι τους ανθρώπους να οδεύουν προς τα χωράφια σαν μεθυσμένα φαντάσματα, τρεκλίζοντας από νύστα. Ήμουν η μικρότερη βέβαια στην οικογένεια και δεν μπορώ να πω ότι δούλευα όπως εκείνοι, ότι μου έβγαινε η πίστη ανάποδα, πάντως, έστω και σαν μια σκιά στα πόδια τους, ήμουν κι εγώ μες στο παιχνίδι. Ενδεικτικά θα αναφέρω ότι έτσι και πήγαινε κάποιος για καυγά εν μέσω θέρους, τον αναχαίτιζαν με πολύ σοφό χιούμορ: «Τώρα έχουμε δουλειές στη μέση, έλα να μαλώσουμε τον χειμώνα που θα καθόμαστε».



Οι θερινές διακοπές λοιπόν για μένα, ως παιδί, ήταν οι άλλοι, οι «ξένοι», αυτοί που έρχονταν από τις πόλεις για να παραθερίσουν εκεί, μια και το κλίμα του βουνού ήταν ονομαστό - χορταίναμε από καθαρόν αέρα τότε, μιλάμε για δεκαετίες του '50, του '60. Κι ακούγαμε τα παιδάκια των παραθεριστών, τα συνομήλικά μας, που λέγαν ότι ξέρουν να κολυμπούν στην θάλασσα, ότι έχουν σαμπρέλες και μαγιό, και σκεφτόμασταν «τι μας λένε τώρα;». Εμείς μόνο στα χώματα να κολυμπάμε ξέραμε, αντί για φύκια και βότσαλα, σαύρες και φιδάκια.

Και για να επανέλθουμε στα σύγχρονα καλοκαίρια, δεν θα κομίσω γλαύκα ες Αθήνας αν πω πόσο προτιμώ αυτή την πόλη όταν αδειάζει από τα στίφη των αυτοκινήτων, πόσο πιο θελκτική και ανθρώπινη γίνεται, πόσο λιγότερο βάρβαρη. Τα βράδια τα καλοκαιρινά στην Αθήνα είναι σχεδόν ανυπέρβλητα: τα θερινά σινεμά, οι βόλτες γύρω από την Ακρόπολη και το Θησείο όταν πέφτει η πρώτη δροσούλα, το σύθαμπο, εκείνο τα μαγικό σκιόφως... Απολαμβάνω την ερημοσύνη της πόλης, μου αρέσει αυτό το πράγμα, όση μελαγχολία κι αν γεννάει στο βάθος, την προτιμώ από την τύρβη και το αλαλούμ. Βγαίνω από το σπίτι τα απογεύματα, τα βραδάκια, ειδικά του Αυγούστου, και διακρίνω απ' το τέρμα κάτω του δρόμου να ανεβαίνει πότε πότε κανένα αυτοκίνητο, ή κάποιους πεζούς σαν εμένα, εναπομείναντες, και λέω για κοίτα, σιγά σιγά θα δούμε και τον τελευταίο των Μοϊκανών επί της Δημητρακοπούλου.

Φροντίζω και τα αδέσποτα της περιοχής, νερό κυρίως, να μη μείνουν χωρίς νερό μέσα στις ζέστες, κι ευτυχώς η περιοχή Μακρυγιάννη και Πλάκας έχει πολλούς φιλόζωους που τα νοιάζονται, τα αγαπούν. Τις προάλλες, αφού άφησα νερό και τροφή σ' ένα έρημο οικόπεδο με γάτες, προσπερνώντας δυο κυρίες, τις άκουσα να σχολιάζουν από πίσω μου χαμηλόφωνα: «Είναι κι αυτή της γειτονιάς;» ρώτησε η μία. «Αυτή δεν είναι της γειτονιάς, αυτή είναι συγγραφέας», της λέει η άλλη.

Ξεκινάω λοιπόν τα βραδάκια και πάω σινεμά με τα πόδια, από τα κοντινότερα εδώ γύρω, Θησείον, Αίγλη, Σινέ Παρί, Ζέφυρος, μέχρι τα πιο μακρινά, Ριβιέρα, Βοξ, Εκράν ή Αθηναία, κι αισθάνομαι λιγάκι σαν τους παλιούς πεζοπόρους-προσκυνητές. Είμαι λάτρις του σινεμά, παιδιόθεν -ο πατέρας μου είχε και σινεμά στο Σοχό, όχι μόνο χωράφια-, μπορώ να πηγαίνω κάθε βράδυ, και τους χειμώνες εννοείται. Με ξέρουν πια οι άνθρωποι στην είσοδο, στα ταμεία, χαιρετιόμαστε, μιλάμε, στο Ιντεάλ μάλιστα μου κόβουν σταθερά μειωμένο εισιτήριο, κι αν πάω να δω μια ταινία για δεύτερη ή τρίτη φορά -γιατί συμβαίνει κι αυτό συχνάκις- με βάζουν δωρεάν. Μακάρι να το κάνουν κι άλλοι κινηματογράφοι αυτό, τους στέλνω κόσμο έτσι κι αλλιώς.

Ένα καλοκαίρι πριν από μερικά χρόνια, κάτι είχα πάθει με την ταινία του Φρίαρς Ο μικρός Λίαμ. Την έπαιζε το Εκράν και πήγα και την είδα τρεις φορές, τόσο μου άρεσε. Την πρώτη με μια φίλη, τη δεύτερη μ' ένα φίλο, χωρίς να του πω ότι την ξανάδα, την τρίτη μόνη. Ο άντρας που έκοβε τα εισιτήρια και η γυναίκα στο ταμείο με κοίταζαν πια λίγο περίεργα, σαν να μην πίστευαν, κι εγώ ένιωσα την ανάγκη να απολογηθώ. Νύσταξα την προηγούμενη φορά τους είπα, κι έχασα το τέλος, και την πρώτη με τσίμπησαν τα κουνούπια... Τέτοια άσκοπα ψέματα. Ευγενείς πάντως εκείνοι, δεν δέχτηκαν να πληρώσω και τρίτο εισιτήριο. Και μετά δυο βδομάδες που παιζόταν στο Εκράν, την πήρε και το Θησείον. Ε, λοιπόν, πήγα και την είδα άλλες δυο φορές, σχεδόν σαν να έμπαινα σε απαγορευμένη ζώνη, χωρίς να το λέω σε κανέναν. Και σε ποιον άλλωστε, δεν είχε μείνει στην Αθήνα ούτε φίλος ούτε εχθρός - Αύγουστος ήτανε θαρρώ...

Για να το θέσω όμως και κάπως αλλιώς, το καλοκαίρι γενικά το υπομένω. Δεν είναι η εποχή που μου «μιλάει», που γεννάει τις καλύτερες ιδέες, αναφορικά με τη συγγραφή τουλάχιστον. Είναι η περίοδος της φλογερής στωικότητας, όπως γράφω και σε κάποιον Βορειοευρωπαίο φίλο. Και μιας αναπόφευκτης ραστώνης βέβαια, κάτι δηλαδή που το πάω λάου λάου, ενώ στο βάθος του μυαλού λαμβάνει χώρα ένας σιωπηλός χαμός, βουή ενός άλλου κόσμου. Οι βλέψεις μου είναι στο φθινόπωρο, στις συννεφιές που επίκεινται, στις πρώτες βροχές - αν και σπανίζουν πλέον, εννοώ οι καλές και αναγκαίες βροχές, εκείνες οι αρχοντικές βροχούλες. Ανοίγει η καρδιά μου στην κακοκαιρία, αισθάνομαι στο στοιχείο μου -άνοιξη γεννημένη κατά τ' άλλα-, δουλεύω μ' άλλη ζέση, με πάθιασμα. Όποτε ξεκινάει η μέρα μουντή και βουρκωμένη, έχω πανηγύρι εδώ μέσα, ανάβω τα αρωματικά λιβάνια μου, ανάβω κι ένα σωρό ρεσώ μέσα σε κόκκινα και μπλε ποτηράκια, υπόθεση μυσταγωγίας για μένα, μιας ηδονικής μοναχικότητας μπροστά στην γραφομηχανή, όποιος κι αν είναι ο απολογισμός στο τέλος της ημέρας - πότε τα μήλα και πότε τα φύλλα έλεγε ο πατέρας μου. Μου αρέσει λοιπόν το καλοκαίρι για την «σκοτεινιά» που κρύβει στην ψυχή του, μου αρέσει ο ήλιος για να κάθομαι στη σκιά. Για να μπορώ να τραβώ κατά το ένα τρίτο ή το ένα δεύτερο τις κουρτίνες, τα παντζούρια, και να φτιάνω σκιά, διαβαθμίσεις της σκιάς, του λαμπερού ημίφωτος...

Θα κλείσω με μια ιστορία από το προπέρσινο καλοκαίρι. Πρόκειται για μια σκηνή με ένα κοριτσάκι, όχι το ευτυχέστερο της οικουμένης, που κάποια μέρα το ντύνουν πολύ όμορφα για να το στείλουν κάπου, από όπου δεν του μέλλεται να ξαναγυρίσει. Κι έβαλα λοιπόν τρία περιστέρια, εκεί που μάλωναν για μια κόρα ψωμί, να στέκονται αίφνης εκστατικά και να παρακολουθούν το πέρασμα της παιδίσκης. Σταματούν την έριδα, τον καυγά, για να θαυμάσουν την δύσμοιρη καλοντυμένη μικρούλα. Εβδομάδες μετά, το ίδιο καλοκαίρι, έχω να τα βγάλω πέρα με το θάνατο αυτής της έφηβης, ένας θάνατος πολύ ιδιαίτερος, σπάνιος θα έλεγα, που όφειλε να με παιδέψει τα μάλα. Γιατί ενώ στη γη αυτό το παιδί γεννήθηκε χωρίς πρόσωπο σχεδόν, χωρίς φωνή, χωρίς τίποτε το κανονικό, θέλω με το θάνατο, βγαίνοντας από την μέγγενη της ύπαρξης, να απλώνει το σώμα της, να ομορφαίνει στην όψη, να γαληνεύει με τον πιο σαγηνευτικό, μύχιο τρόπο. Μια ζωή ήταν το φόβητρο για τους άλλους, κι όταν πεθαίνει μένουν όλοι έκθαμβοι, ενεοί. Και παιδευόμουν λοιπόν να πετύχω αυτή τη μεταμόρφωση, την ήθελα να γίνει όπως θα γινόταν και στη ζωή. Σαν την αράχνη που είναι δύσκολο να την παρακολουθήσεις στο πώς στήνει τον λεπτεπίλεπτο ιστό της, και μόνο όταν δεις ολοκληρωμένο το έργο της καταλαβαίνεις τι έγινε. Αυτό ήθελα να πετύχω.

Και μια μέρα από εκείνες τις δύσκολες και ιερές, ανοίγοντας το παντζούρι της κρεβατοκάμαρας, βλέπω κάτω στον ακάλυπτο ένα περιστέρι ακίνητο. Νεκρό. Μετά από λίγες ώρες παρακολουθώ ένα άλλο περιστέρι να κυκλοφέρνει εκεί γύρω επίμονα, μέχρι που κάποιο πρωί το βλέπω κι αυτό ασάλευτο, παραδομένο, σχεδόν αντικριστά στο πρώτο. Και δεν περνούν δυο μέρες κι έρχεται και προστίθεται κι ένα τρίτο περιστέρι στην παρέα των νεκρών. Και ξαφνικά συνειδητοποιώ τι βλέπω και συγκλονίζομαι. Ήταν τα τρία περιστέρια της ιστορίας μου, για μένα αυτό ήταν, που θέλησαν να πενθήσουν μέχρις εσχάτων το κορίτσι που είχαν θαυμάσει την ώρα που περνούσε από μπροστά τους. Τρία πουλιά που ενεπλάκησαν για καλά σε μία, όπως θα λέγαμε, φανταστική ιστορία...



Με το καινούργιο της βιβλίο «Το πάθος χιλιάδες φορές», μετά από 7 χρόνια και 7 μήνες, είναι και πάλι εδώ. Η Ζυράννα Ζατέλη μπορεί ακόμα και τις πιο απλές αθηναϊκές ιστορίες να τις ζει και να μοιάζουν εξωτικές και παράξενες σαν τα μάτια της.

--------------------------------


«Να φύγετε! Να φύγετε από δω! Κι εσείς γκόμενοι είστε; Δεν είναι επάνω. Έχει φύγει» ουρλιάζει μια χοντρή φελινική μορφή στην είσοδο της πολυκατοικίας, οδός Θαλού 5, απέναντι από την Πύλη του Αδριανού. Ο Γιώργος Ευσταθίου με έχει προειδοποιήσει: «Θα εμφανιστεί η Ραΐσα, μια Βουλγάρα που κάνει πίπες στους φαντάρους, δίπλα, στην ΑΣΔΕΝ για ένα 20άρικο. Σ’ αυτήν ανήκει όλο το κτίριο. Αν μας κάνει καμιά μανούρα, εσύ μη μιλήσεις. Άσ’ το πάνω μου». Είναι 20 Ιουλίου του 1977, ανήμερα του Προφήτη Ηλία, κάνει μια κολασμένη ζέστη κι έχουμε έρθει εδώ για να μου γνωρίσει μια φίλη του. Τώρα ο Γιώργος παίρνει αυστηρό ύφος και πλησιάζει τη Ραΐσα απειλητικά. «Αστυνομία! Δείξε μας τα χαρτιά σου! Έχεις ταυτότητα;» της λέει με φωνή μπάτσου. Η Ραΐσα λουφάζει σα δαρμένο σκυλί. «Εγκώ έχει χαρτιά. Αυτή ντεν έχει. Φέρνει γκόμενους. Όλη μέρα. Όλη νύχτα» λέει μισοκακόμοιρα. «Καλά, κάνε πέρα, θα πάμε να εξακριβώσουμε εμείς» συνεχίζει με μπάτσικη φωνή ο Ευσταθίου, την παραμερίζει, κάνει νόημα σε μένα και αρχίζουμε να ανεβαίνουμε τα σκαλιά. Στην ταράτσα, στο δώμα, η πόρτα είναι ανοιχτή και μια μυρωδιά από αρωματικά στικς μας υποδέχεται.



Μπαίνουμε μέσα και παθαίνω σοκ. Ένα δωμάτιο καλυμμένο από το πάτωμα μέχρι το ταβάνι με φωτογραφίες της Γκρέτα Γκάρμπο, της Μάρλεν Ντίτριχ, του Φιοντόρ Ντοστογέφσκι, του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Κάδρα με τοπία. Φτερά παγωνιού. Ένα βαλσαμωμένο πουλί. Σχέδια πάνω στους τοίχους. Καρτ-ποστάλ από διάφορα μέρη του κόσμου. Ένα κρεβάτι καλυμμένο με μοβ υφάσματα. Οικογενειακές φωτογραφίες. Ένα βελούδινο ταμπλό που πάνω του, κεντημένη με πούλιες, υπάρχει η επιγραφή: «Ο θάνατος θα έρθει και θα έχει τα μάτια σου». Όχι, αυτό δεν είναι σπίτι, αυτό είναι το άδυτο κάποιας θεότητας, ο ναός κάποιας θρησκείας, άγνωστης ως τώρα σε μένα. Στη μέση του δωματίου, ντυμένη στα μοβ, μια ψηλόλιγνη φιγούρα ανακατεύει κάτι μέσα σε μια χύτρα με μοβ νερό. Σηκώνει το κεφάλι της. Τα μάτια της, δυο κάρβουνα αναμμένα. «Α, ήρθατε;» λέει σιγανά. «Σας έκανε φασαρία η Ραΐσα στην είσοδο; Άκουγα από κάτω φωνές». «Μη σκας και την έβαλα στη θέση της» λέει ο Ευσταθίου. «Από δω ο φίλος μου, ο Γιώργος Παυριανός. Γιώργο, αυτή είναι η Ζυράννα Ζατέλη που σου έλεγα». Συνεχίζω να κοιτάζω αποσβολωμένος, αυτή απλώνει το κοκαλιάρικο χεράκι της και με ντροπαλοσύνη κοριτσιού «χαίρω πολύ» μου λέει, «να σας προσφέρω μια βυσσινάδα;».



Την έχω ερωτευτεί κεραυνοβόλα. Κάθομαι στο κρεβάτι, τη βλέπω να μιλάει με τον Ευσταθίου και προσπαθώ να καταλάβω τι είναι αυτή η κοπέλα. Μάγισσα; Μέντιουμ; Ξωτικό; «Η Ζυράννα σπουδάζει ηθοποιός» μου λέει ο Γιώργος σα να μαντεύει τη σκέψη μου. «Και γράφει». «Γράφεις; Τι γράφεις;» ρωτάω με ενδιαφέρον. «Τίποτα, πράγματα δικά μου, της φαντασίας μου» απαντάει, τα μάτια-κάρβουνα λάμπουν μέσα στο σκιερό δωμάτιο και με μια ασυναίσθητη κίνηση κρύβει ένα μπλοκάκι κάτω από τα βελούδινα μαξιλάρια.

Ηρώδειο. Ο Γιώργος, η Ζυράννα κι εγώ. Έχουν περάσει μήνες από τότε που τη συνάντησα για πρώτη φορά. Είμαι ακόμα ερωτευμένος μαζί της, έχω όμως καταλάβει πως όλα τα αγόρια της παρέας την έχουν σαν θεά κι αυτή γλυκά και συγκαταβατικά έχει δεχτεί το ρόλο της μούσας, του ερωτικού ινδάλματος, της φίλης. Έχουμε δει πρόσφατα τις «Τρωάδες» σε σκηνοθεσία του Γιάννη Τσαρούχη και έχουμε έρθει για να δούμε τις «Τρωάδες» του Εθνικού. Δυο σειρές μπροστά μας κάθεται ένας καλλονός, μελαχρινός, σαν Μεξικάνος, σαν Άραβας, με μαύρα καλοχτενισμένα μαλλιά και γαλανά μάτια. Φοράει ένα λευκό λινό κοστούμι. Συχνά-πυκνά γυρνάει και την καρφώνει με το βλέμμα του. Η Ζυράννα δεν λέει λέξη. Κάνει πως διαβάζει το πρόγραμμα και κάθε τόσο σηκώνει τα μάτια, καρφώνει το μελαχρινό και ξανασκύβει στο πρόγραμμα. Τα φώτα χαμηλώνουν, η παράσταση αρχίζει και είναι μια σκέτη πλήξη. Παρακολουθούμε βαριεστημένα την Εκάβη να χτυπιέται για την Τροία και τη μοίρα της, κι εκεί, πάνω στο μεγάλο θρήνο, με ταχύτητα αστρίτη, η Ζυράννα σηκώνεται και δίχως να μας πει λέξη αρχίζει να κατεβαίνει τα σκαλοπάτια. Μετά από λίγο σηκώνεται και ο μελαχρινός από τη θέση του, την προλαβαίνει και φεύγουν μαζί.



«Κι εγώ που έλεγα πως κάνει λάθος και το μόνο που την ενδιαφέρει είναι να γράφει» λέω πληγωμένος που η αγαπημένη μου με είχε εγκαταλείψει έτσι άσπλαχνα. «Πρώτα ζούμε και ύστερα γράφουμε» μου απαντάει ο σοφός Γιώργος και πλησιάζει στο πηγαδάκι που έχει γίνει γύρω από τον Τσαρούχη. Τον υποβαστάζουν δυο νεαροί. «Η παράσταση αυτή είναι η αντίληψη που έχει ο Άξονας για την αρχαία Τραγωδία» λέει ο Τσαρούχης με μισόκλειστα μάτια σαν Τειρεσίας. «Κι αν τη συγκρίνουμε με τη δική σας παράσταση;» ρωτάει κάποιος. «Η δική μου παράσταση ήταν η περίληψη αυτηνής» απαντάει ο δάσκαλος και απομακρύνεται πάντα υποβασταζόμενος από τους δυο νεαρούς. «Μα δεν μπορεί να περπατήσει;» ρωτάω τον Γιώργο. «Μια χαρά μπορεί να περπατήσει. Το κάνει για να δημιουργήσει εντύπωση. Αφού και το ζεϊμπέκικο έτσι το χορεύει, υποβασταζόμενος!»



Το «Μονπαρνάς» είναι ένα μικρό στενό μπαράκι στην οδό Χάρητος. Ένας μακρόστενος διάδρομος με τραπεζάκι από τη μια μεριά, το μπαρ από την άλλη. Αφίσες στους τοίχους και χριστουγεννιάτικα φωτάκια παντού. Ελάχιστοι πελάτες κάθονται στα τραπεζάκια και πίνουν το ποτό τους. Η Ράτκα Κούνδουρου μας κόβει από την κορυφή μέχρι τα νύχια. «Αφού είστε φίλοι της Ζυράννας, περάστε» μας λέει στο τέλος. Μπαίνουμε, εγώ κι ο Ευσταθίου, μούσκεμα από τη βροχή. Είναι Σεπτέμβριος, το μαγαζί έχει μόλις ανοίξει και η Ζυράννα, που δουλεύει πίσω από το μπαρ, παλεύει με τις φωτιές. Φτιάχνει Β52, ένα κοκτέιλ της μόδας, που στο τέλος πρέπει να προσθέσεις αναμμένο Grand Marnier. Το κάνει με φόβο αλλά και αποφασιστικότητα. «Πρόσεχε, θα καείς!» της λέω γιατί βλέπω τις μοβ δαντέλες και τα μοβ μαλλιά να πλησιάζουν επικίνδυνα το αναμμένο οινόπνευμα. «Δεν έχω ανάγκη» μου απαντάει, «δεν φοβάμαι τις φωτιές. Είμαι από το Σοχό και εκεί όπως ξέρεις έχουμε τους αναστενάρηδες. Τι θα πιείτε;» «B52!» απαντάμε και οι δύο με μια φωνή. Μας ρίχνει ένα φαρμακερό βλέμμα, παίρνει δυο ποτήρια και αρχίζει να ετοιμάζει τα κοκτέιλ. Είμαστε άφραγκοι και θεονήστικοι. Καλά, τα ποτά θα μας τα κεράσει η φίλη μας, αλλά από φαΐ τι γίνεται; Ο Γιώργος μού έχει πει πως θα μας κέρναγε και μακαρονάδα με μανιτάρια, αλλά τώρα το άγρυπνο βλέμμα της Ράτκας μας παρακολουθεί. «Σε λίγο κλείνουμε» μας λέει ψιθυριστά η Ζυράννα. «Αν μείνετε θα σας φέρω ό,τι μακαρόνια έχουν περισσέψει. Έχουμε και τούρτα σοκολάτα, πικρή». Μένουμε μέχρι αργά, καταβροχθίζουμε μακαρονάδες και πικρές τούρτες, κοντεύει να ξημερώσει, η βροχή έχει σταματήσει, ευχαριστούμε και ετοιμαζόμαστε να φύγουμε. «Να έρχεστε όποτε θέλετε να σας κερνάμε» μας λέει η Ράτκα και βγάζει από την πρίζα τα χριστουγεννιάτικα φωτάκια…



Οδός Πινότση 13, στο Κουκάκι. Με τον Δημήτρη Λέκκα έχουμε πιάσει ένα σαράβαλο και με βαψίματα και μαστορέματα που έχω κάνει αποκλειστικά εγώ, το έχω κάνει κατοικήσιμο. Έπιπλα και σκεπάσματα και πιατικά, μας έχει δώσει η γενναιόδωρη φίλη μας, η Ρηνιώ Παπανικόλα. Με τη Ζυράννα έχουμε αρχίσει επισκέψεις ο ένας στο σπίτι του άλλου. Πολλές φορές μένει και τρώμε όλοι παρέα, ιδίως όταν έχουμε μαγειρέψει φακές, γιατί λατρεύει τα όσπρια.



Είναι Νοέμβριος και κάνει ψόφο. «Τέτοιο κρύο έχω να δω από την Κατοχή» γκρινιάζει η Σαπφώ Νοταρά. «Κι εσύ μη βάζεις άλλες εφημερίδες στη σόμπα. Θα μας δηλητηριάσεις!» λέει σ’ εμένα. Έχω γνωρίσει τον Μάνο Χατζιδάκι και μου έχει αναθέσει να σκηνοθετήσω για το ραδιόφωνο ένα χριστουγεννιάτικο μεσαιωνικό μυστήριο. Τους τρεις μάγους θα τους κάνει με τρεις διαφορετικές φωνές ο Ευγένιος Σπαθάρης. Τον Ηρώδη, η Σαπφώ Νοταρά. Για Παναγία διάλεξα, ποιαν άλλη;  Την αγαπημένη μου Ζυράννα. Είναι τώρα όλοι εδώ γύρω από την ξυλόσομπα και κάνουμε πρόβα. Η Σαπφώ εκείνη την εποχή παίζει μαζί με την Έλλη Λαμπέτη στη «Φιλουμένα Μαρτουράνο» και σκίζει. Η πρόβα γίνεται με άγχος. Ο Σπαθάρης πρέπει να φύγει για να προλάβει το βραδινό λεωφορείο και η Σαπφώ πρέπει να βρίσκεται στο θέατρο το αργότερο στις 9. Της έχω υποσχεθεί πως θα την πάω με ταξί. Μαζί μας θα έρθει και η Ζυράννα, που θέλει να γνωρίσει τη Λαμπέτη.

Τελειώνουμε στα γρήγορα και αποφασίζουμε να συναντηθούμε ξανά τη Δευτέρα, που θα είναι όλοι ελεύθεροι από υποχρεώσεις. Βγαίνουμε στην πλατεία Κουκακίου, ο Σπαθάρης παίρνει το τρόλεϊ και οι υπόλοιποι ένα ταξί. Κάθομαι μπροστά και πίσω η Ζυράννα με τη Σαπφώ. «Είναι κακός άνθρωπος» λέει για τη Λαμπέτη. «Για να καταλάβετε, μου έδωσε το απάνω καμαρίνι και πρέπει να ανεβαίνω και να κατεβαίνω σκάλες μέχρι να βγω στη σκηνή. Άσε που δεν μπορεί να ανεβεί κανένας εκεί πάνω! Ο Τσαρούχης κόντεψε να σκοτωθεί!» Την ακούμε αφηρημένοι, φτάνουμε στο «Μπρόντγουεϊ» καθόμαστε να δούμε την παράσταση. Η Λαμπέτη είναι όπως πάντα μαγική, η Σαπφώ όμως κλέβει την παράσταση.

 Περιμένουμε στην ουρά στα καμαρίνια για να μας δεχτεί η Λαμπέτη. Από πάνω ακούγεται η φωνή της Νοταρά: «Πιάστηκαν τα πόδια μου, δεν μπορώ άλλο, θα γλιστρήσω και θα σκοτωθώ καμιά μέρα!». Μπαίνουμε στο καμαρίνι. Η Λαμπέτη είναι σκυμμένη και υπογράφει ένα αυτόγραφο, ενώ συγχρόνως ψιθυρίζει με τη χαρακτηριστική φωνή της: «Σκάσε πια, πουτανόγρια, κωλόγρια, βγάλε πια το σκασμό, μου έχεις σπάσει τα νεύρα». Μένω ξερός από τον τρόπο που μιλάει ένα τέτοιο ευαίσθητο πλάσμα. Η Λαμπέτη σηκώνει τα μάτια, βλέπει μέσα από τον καθρέφτη τη Ζυράννα και βγάζει μια αυθόρμητη κραυγή: «Α!» Σα να είδε φάντασμα. «Τι όμορφη που είστε!» συνεχίζει και γυρίζει να τη δει καλύτερα. «Θα ήθελα ένα αυτόγραφό σας» λέει και τα μαύρα μελαγχολικά της μάτια καρφώνονται στα μοβ υπνωτιστικά μάτια της Ζυράννας. Καταλαβαίνω ότι πρέπει να τις αφήσω μόνες. «Πάω να δω την κυρία Νοταρά» λέω και της φιλάω το χέρι. «Πήγαινε, γιατί αυτή η σκατόγρια δεν θα ησυχάσει αλλιώς».



Έκλεισα την πόρτα του καμαρινιού και το τι έγινε, τι είπανε, δεν το έμαθα ποτέ.

Περιφερειακός Φιλοπάππου, στην οδό Σωφρονίσκου 11. Έχουμε πιάσει ένα σπίτι εγώ, ο Ευσταθίου και ο Κώστας Κάτσουλας. Είναι μια μονοκατοικία με τρία δωμάτια. Την έχουμε βάψει μόνοι μας, την έχουμε επιπλώσει και την έχουμε μετατρέψει σε κέντρο διερχομένων. Είμαστε νέοι, ωραίοι και ελεύθεροι, έχουμε λεφτά για να πληρώνουμε το νοίκι, οι έρωτες πάνε και έρχονται, νιώθουμε αθάνατοι και απόψε, παραμονή Χριστουγέννων, έχουμε καλέσει φίλους και γνωστούς για ρεβεγιόν. Ο Ευσταθίου, δεινός μάγειρας, έχει ετοιμάσει τυρόπιτα, γιουβέτσι, αρνάκι στο φούρνο, τα πάντα. Είναι εδώ απόψε ο Ιάσονας Τριανταφυλλίδης, που κάνει χορευτικά πίσω από τις κουρτίνες. Είναι ο Άρης Δαβαράκης με τον Γιώργο Σκληρό, ένα αγόρι ίδιος ο Τάτζιο στο «Θάνατος στη Βενετία». Ο ποιητής Γιάννης Κοντός, τυλιγμένος με τρία κασκόλ, μιλάει με το συγγραφέα Γιώργο Ιωάννου και κάνει πλάκες στο θεατρικό συγγραφέα Γιώργο Μανιώτη. Ο Ματθαίος Μουντές διηγείται χιώτικα ανέκδοτα. Στο ντιβάνι, που χρησιμεύει και σαν καναπές, ο Σταμάτης Κραουνάκης και ο Δημήτρης Παπαδημητρίου κατασπαράζουν το αρνάκι στο φούρνο και συζητάνε για μουσική. Ο Δημήτρης Λέκκας όρθιος, με τα χέρια στις τσέπες, τους παρακολουθεί. Μπαίνει ο ποιητής Αλέξης Ασλάνογλου και διηγείται μια σκηνή που είδε στον κήπο του Ζαππείου: Ένας τύπος κουβάλαγε ένα σκαμνάκι πλιάν και όταν ψωνιζόταν με κάποιον τον έβαζε να καθίσει για να μην κουράζεται. Στα σκαλιά της εισόδου ο δικηγόρος Σταμάτης Νικολιός συζητάει με τον επίσης δικηγόρο Γιώργο Καραχάλιο για τη νομική υπόσταση του ΑΚΟΕ. Εμφανίζεται ο Γιώργος Χρονάς με ένα πανέμορφο αγόρι. «Λέγεται Γιώργος Πανόπουλος και η καταγωγή του είναι από την Αρκαδία» μας πληροφορεί. Ο Άρης Ρέτσος, μέσα στο δωμάτιό μου, απαγγέλλει μονολόγους. Πιο πέρα ο φωτογράφος Χάρης Χριστόπουλος θέλει να αγοράσει τον εκτυπωτή του Κώστα Κάτσουλα και του κάνει παζάρια. «Τέτοιους ανθρώπους θέλω να μου φέρνεις στο μαγαζί» μου λέει η Ράτκα, που έχει έρθει με τη Δήμητρα Γαλάνη. «Καλά, η Ζυράννα πού είναι; Δεν την καλέσαμε;» ρωτάω τον Ευσταθίου. «Εδώ είναι, στο δωμάτιό μου. Γράφει».



Μπαίνουμε στο δωμάτιό του. Καθισμένη σταυροπόδι, πάνω στο κρεβάτι, σαν μάγισσα ή σαν τσιγγάνα, η Ζυράννα κρατάει με το δεξί της χέρι το στιλό και γράφει και με το αριστερό, το αγαπημένο της  φαγητό, το «πλακωτό», δυο μπισκότα πτιμπέρ και στη μέση ένα λουκούμι. «Γιατί δεν έρχεσαι έξω με τα άλλα παιδιά;» τη ρωτάω. «Τώρα, να τελειώσω αυτό που γράφω και θα έρθω». «Πότε θα μας διαβάσεις κάτι από αυτά που γράφεις;» «Όταν έρθει η ώρα». «Θέλεις να σου φέρω λίγο γιουβετσάκι για να φας; Το έχει κάνει ο Γιώργος μούρλια». «Αφού το ξέρεις, Γιωργή, ότι δεν τρώω κρέας. Εμένα μου αρκεί το “πλακωτό” και ένα καφεδάκι». «Ε, τότε να σου κάνω ένα καφεδάκι» λέω και εκείνη τη στιγμή ακούγεται ένα σούσουρο στην είσοδο και εμφανίζεται ο Τσαρούχης υποβασταζόμενος πάντα από δύο νεαρούς. Ρίχνει μια ματιά στο πολύχρωμο πλήθος που τρώει, καυγαδίζει, ερωτοτροπεί και χορεύει. «Καλέ, αυτό είναι το μεγαλύτερο σαλόνι της Μέσης Ανατολής!» αναφωνεί και κάθεται στη μοναδική πολυθρόνα του σπιτιού.

Ανήμερα των Θεοφανίων τηλεφώνημα από τη Ζυράννα. «Θέλεις να έρθεις από το σπίτι; Θα φύγω ταξίδι σε λίγες μέρες και θέλω να σε δω» μου λέει. «Πού θα πας;» ρωτάω. «Στη Γερμανία, στη Γαλλία, δεν ξέρω ακόμα».

Την έπιαναν κατά διαστήματα τάσεις φυγής, έπαιρνε το Magic Bus, ένα λεωφορείο που ταξίδευε σε όλη την Ευρώπη με φτηνό εισιτήριο, και πήγαινε στη Ρώμη, στο Βερολίνο, στο Παρίσι. Πριν φύγει ετοίμαζε ένα κουτί «πρώτων βοηθειών» που περιείχε πολλά πακέτα τσιγάρα Sante, μπισκότα και λουκούμια για το γνωστό «πλακωτό», καφέ ελληνικό, ασπιρίνες και οπωσδήποτε δυο-τρία μπλοκ για να γράφει και στιλό με μοβ μελάνι. Μας έστελνε κάρτες από τα μέρη που επισκεπτόταν, αλλά πώς ζούσε εκεί, ποιους συναντούσε και τι έκανε, ήταν μέγα μυστήριο.



Στις 5 το απόγευμα, με μια κούτα τσιγάρα Sante πηγαίνω προς το σπίτι της. Στους δρόμους υπάρχει ακόμα η πρωτοχρονιάτικη διακόσμηση. «Ευτυχισμένο το 1981». Στην είσοδο περιμένω να δω τη Ραΐσα να με ρωτάει: «Πάλι σ’ αυτήν πας;», αλλά δεν εμφανίζεται. Ανεβαίνω τα σκαλιά, χτυπάω την πόρτα, μου ανοίγει. Κάθε φορά που πάω σπίτι της έχω μια έξαψη σχεδόν ερωτική, μια αναστάτωση ότι κάτι περίεργο θα γίνει. Φταίνε τα μάτια της, η διακόσμηση, τα αρωματικά στικς που καίγονται στο χώρο, τα βελούδα; «Καλή χρονιά» της λέω και τη φιλάω. «Δεν είδα τη Ραΐσα στην είσοδο». «Τώρα, η Ραΐσα! Πάει, πέθανε. Τη βρήκανε νεκρή σε ένα από τα σπίτια της. Ήταν γεμάτο με σκουπίδια. Τρία φορτηγά του Δήμου χρειάστηκαν για να το αδειάσουν. Και κάτω από το στρώμα της βρήκανε πάκα τα χιλιάρικα» μου λέει. «Και τώρα ποιος θα τα πάρει όλα αυτά;» ρωτάω. «Όποιος και να τα πάρει θα κάνει νέα ενοικιαστήρια για να μας ανεβάσει το νοίκι. Μου φαίνεται πως πρέπει να τα μαζεύω σιγά-σιγά».



Φτιάχνει τσάι με κονιάκ, πηγαίνει και κουλουριάζεται επάνω στο κρεβάτι. «Τόσα χρόνια μου λες γιατί δεν σου διαβάζω κάτι από αυτά που γράφω. Σήμερα λοιπόν θα σου διαβάσω, αν θέλεις, μια ιστορία μου. Θέλεις;» «Το ρωτάς;» λέω με συγκίνηση. Σβήνει το τσιγάρο, παίρνει ένα χειρόγραφο και αρχίζει να μου διαβάζει την «Περσινή αρραβωνιαστικιά». Διαβάζει απλά και καθαρά, χωρίς ιδιαίτερους χρωματισμούς, με αυτή την ντροπαλή κοριτσίστικη φωνή. Νιώθω συγκινημένος που διάλεξε εμένα για να μου διαβάσει αυτά που έγραφε κρυφά κι απόκρυφα τόσα χρόνια τώρα. Όταν τελειώνει σηκώνομαι, την αγκαλιάζω και τη φιλάω: «Μπράβο! Είσαι σπουδαία. Δεν το περίμενα πως γράφεις τόσο ωραία». Σκύβει το κεφάλι και, μισοαστεία-μισοσοβαρά, «όλοι αυτό μου λένε» ομολογεί. «Τι, έχεις διαβάσει και σε άλλους;» Γελάει ένοχα. «Ε, σε καμιά 10αριά. Αλλά είναι όλοι φίλοι σαν και σένα!»

 

Στο σπίτι της Σωφρονίσκου γίνονται ανακατατάξεις. Ο Κώστας Κάτσουλας φεύγει για φαντάρος, το δωμάτιο αδειάζει και έρχεται ο Γιώργος Χρονάς. Η Ζυράννα μάς επισκέπτεται συχνά, φτιάχνει το καφεδάκι της, βγάζει από την τσάντα το «πλακωτό» και είτε μας μιλάει για τα μέρη που έχει επισκεφτεί είτε κάθεται με τις ώρες σταυροπόδι πάνω στο κρεβάτι και γράφει.



Είναι απόγευμα του Φεβρουαρίου καθόμαστε όλοι και παρακολουθούμε τηλεόραση με τον καλό μας φίλο τον Λευτέρη Βογιατζή. Ο Ευσταθίου είναι μέσα στο δωμάτιό του με το φίλο του τον Άκη, τον αστυνομικό. Κάποια στιγμή βγαίνει, κρατώντας το περίστροφο του Άκη. Με πλησιάζει και με σημαδεύει. «Πάρ’ το από δω. Σιχαίνομαι τα όπλα» του λέω. «Άσε που μπορεί να γίνει κάνα ατύχημα». «Έχω αδειάσει τις σφαίρες» λέει ο Άκης. «Σιωπή!» λέει ο Ευσταθίου και υψώνει την κάνη. Πατάει τη σκανδάλη και «μπαμ!» μια σφαίρα καρφώνεται στο ταβάνι. Παγώνουμε όλοι. «Α, φαίνεται πως ξέχασα να βγάλω μια σφαίρα» σκάει στα γέλια ο μαλάκας ο Άκης. Το μυαλό μου έχει μουδιάσει. Αυτή τη στιγμή, σκέφτομαι, θα ήμουν νεκρός! Νεκρός! Και κοιτάω τον Ευσταθίου. Μα πριν προλάβουμε να πούμε τίποτα, ο Λευτέρης Βογιατζής, λες και έχει πάθει επιληψία, γουρλώνει τα μάτια, βάζει το χέρι στο αυτί του, «σεισμός!» μας λέει, «έρχεται σεισμός!» Τον κοιτάζουμε όλοι σαν UFO. «Λευτέρη, έχεις τρελαθεί;» του λέει αυστηρά ο Χρονάς. «Σας λέω, έρχεται σεισμός!» επιμένει ο Λευτέρης και όντως μερικά λεπτά αργότερα το σπίτι πάει κι έρχεται από ένα σεισμό που δεν λέει να σταματήσει. Πεταγόμαστε όλοι έξω. Όλοι εκτός από τη Ζυράννα. Με ηρεμία βουδιστή μοναχού μάζεψε πρώτα τα μπλοκάκια της, δίπλωσε το «πλακωτό» στη χαρτοπετσέτα, τα έβαλε όλα στη μοβ τσάντα και έπειτα με μικρά πηδηματάκια βγήκε έξω.



Για τις επόμενες τρεις μέρες μέναμε όλοι μαζί στο σπίτι, κοιτώντας τον Λευτέρη. Και όταν άρχιζε ως Κασσάνδρα «σεισμός! σεισμός!», ο Άκης με μια σφυρίχτρα μας ειδοποιούσε και βγαίναμε έξω. «Μα πώς το καταλαβαίνεις;» τον ρωτούσαμε. «Τον ακούω. Εσείς δεν τον ακούτε;» 20 φορές μας είπε «σεισμός» και στις 20 έπεσε μέσα!

 

Το καλοκαίρι του 1984 το σπίτι που άντεξε τόσους σεισμούς, έχει διαλυθεί. Σαν τα τρελά πουλιά ζήσαμε επιπόλαια όλα αυτά τα χρόνια, μα τώρα έχει έρθει η στιγμή του χωρισμού. Ο καθένας έχει πιάσει δικό του σπίτι και έχει περιχαρακωθεί σ’ αυτό. Πάρτι γίνονται σπάνια, τις πιο πολλές φορές συναντιόμαστε σε κηδείες. Μια νέα αρρώστια, το Aids, θερίζει γνωστούς και φίλους. Στο μεταξύ έχει κυκλοφορήσει «Η περσινή αρραβωνιαστικιά» και έχει σκίσει. Οι αναγνώστες είναι ενθουσιασμένοι, οι κριτικοί παραληρούν. Είχε καιρό ένα βιβλίο να δημιουργήσει τέτοια ενέργεια και τόσο ενδιαφέρον στον κόσμο. Η επιτυχία της Ζυράννας είναι και η επιτυχία της παρέας μας. Ο Χρονάς της έβγαλε το βιβλίο, στα σπίτια μας γράφτηκε, εμείς ήμασταν οι πρώτοι που το διαβάσαμε. Η μούσα μας, η ερωμένη μας, η μοναδική γυναίκα σε μια παρέα τόσων τρελών αγοριών, στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων.



20 Ιουλίου 2009. Με τη Ζυράννα θα συναντηθούμε όπως κάθε χρόνο στο πανηγύρι του Προφήτη Ηλία. Ίσως σαν ανάμνηση της φιλίας μας, που ξεκίνησε πριν 32 χρόνια ανήμερα του Προφήτη Ηλία. Φέτος η αγαπημένη μου κουράστηκε πολύ. Μετά από 7 χρόνια και 7 μήνες έβγαλε το καινούργιο της βιβλίο ανήμερα στα γενέθλιά μου, στις 29 Ιουνίου. «Το πάθος χιλιάδες φορές» λέγεται και μέχρι να βρει το τέλος βασανίστηκε χιλιάδες φορές. Θα περπατήσουμε μαζί, ανάμεσα στους μικροπωλητές, τα μοβ μάτια θα λάμπουν πάντα σαν αναμμένα κάρβουνα, θα αγοράσουμε ψητά καλαμπόκια εγώ, πετιμέζι αυτή, κι όταν θα βγούμε από το πολύβουο παζάρι, θα βρούμε ένα ήσυχο μέρος κι εκεί καθισμένος στα σκαλάκια θα της απαγγείλω για άλλη μία φορά τη «Ζυρά την αμαρτωλή», το τραγούδι που έγραψα γι’ αυτήν και το τραγούδησε τόσο ωραία η Βούλα Σαββίδη σε μουσική Δημήτρη Λέκκα:



Η Ζυρά η αμαρτωλή

Η Ζυρά η αμαρτωλή

ζούσε στην Ανατολή

τα σκοτάδια δεν φοβόταν

και με άγνωστους κοιμόταν

Σαν ξυπνούσε το πρωί

η Ζυρά η αμαρτωλή 

με τα πνεύματα μιλούσε

κι όμορφο χαλί κεντούσε

Ένα απόγευμα που λες

όπως οι αμαρτωλές

βρέθηκε κι αυτή μονάχη

με μια μαχαιριά στη ράχη

Και διαβάσαν στο χαλί:

«Η Ζυρά η αμαρτωλή

που μια μέρα θα πεθάνει

τούτο το χαλί έχει κάνει»

Ο Θεός να συγχωρεί

μια ψυχή αμαρτωλή

Ο Θεός να ελεήσει

όποιον έχει αγαπήσει



 --------------------------------------------------







2.7.2009

ΖΥΡΑΝΝΑ ΖΑΤΕΛΗ «Κρουσμένη» από το πάθος της



Μια είδηση που φαντάστηκε πως φαντάστηκε, ο ευφορικός χορός με τις γάτες της καθώς ακούει ένα τραγούδι στο ραδιόφωνο, τα δηλητήρια που μετουσιώθηκαν σε κάτι άλλο, το συγγραφικό της χώμα που πρέπει τώρα να μείνει άσπαρτο για λίγο. Η Ζυράννα Ζατέλη, τέσσερις μέρες μετά την κυκλοφορία του «Το πάθος χίλιες φορές», μίλησε στην Κατερίνα Ι. Ανέστη.



«Κρουσμένη» από το πάθος της



Τη φοβάμαι τη Ζυράννα. Με την έννοια ότι τα σύνορα πραγματικότητας και φαντασίας, όταν γράφει, καταλύονται εκ προοιμίου, ή ως δια μαγείας - είναι μια αθεράπευτη «σκοτεινή παραμυθού».



Εκμυστηρεύτηκε κάποιος σε έναν τρίτον: «Ο Θεός να με συγχωρήσει, διαβάζω Ζατέλη σαν να διαβάζω Ντοστογιέφσκι». Ο Θεός να τον συγχωρήσει, πράγματι, αλλά και να τον έχει καλά.



Πώς επιδρά η εποχή στην ανάγνωση ενός βιβλίου; Ας πούμε, το Πάθος χιλιάδες φορές βγήκε Ιούλιο. Πιστεύετε ότι η αναγνωστική του πορεία θα επηρεαστεί από την εποχή;



Δεν το επεδίωξα να βγει μέσα στην κάψα του καλοκαιριού, αλλά αφού τελείωσε οριστικά την άνοιξη, δεν υπήρχε λόγος να περιμένουμε ως τον χειμώνα. Το φθινόπωρο ή ο χειμώνας, σαν αίσθηση, πάνε ίσως περισσότερο στα βιβλία μου - για λόγους... ας πούμε ευνόητους∙ απ' την άλλη, πάλι, συνειδητοποιώ ότι τόσο η Περσινή αρραβωνιαστικιά όσο και οι Λύκοι βγήκαν μες στο κατακαλόκαιρο, Ιούλιο μήνα, και κανείς δεν μετάνιωσε γι' αυτό. Εν πάση περιπτώσει, αυτοί που ήταν να πάρουν το βιβλίο μου θα το έπαιρναν και τον... δέκατο τρίτο μήνα του έτους, απλώς είναι αλήθεια ότι το καλοκαίρι οι άνθρωποι, με τις άδειες και λοιπά, έχουν περισσότερο καιρό για διάβασμα. Από αυτή την άποψη, κάποιοι επιφυλακτικοί ή «φοβισμένοι» απ' τον όγκο του μπορεί να ξεθαρρέψουν. Και καλά θα κάνουν.



Ποιο είναι για εσάς το ιδανικό μέρος, εποχή, ώρα για να διαβαστεί το Πάθος χιλιάδες φορές;



Ειλικρινά δεν το έχω σκεφτεί. Το διάβασμα ενός «χορταστικού» μυθιστορήματος -κι εδώ μιλώ ως παλαίμαχη αναγνώστρια- είναι σαν τον έρωτα που μπορεί να σε βρει παντού, πέρα από μέρος, ώρα και εποχή. Απλώς μετά παίρνει μια σημασία μέσα σου και η ώρα και το μέρος και η εποχή. Ποτέ δεν θα ξεχάσω πότε και πού διάβασα κάποια βιβλία που με συνεπήραν - είναι σαν να μοιράστηκα τη ζωή μου με εκείνους τους ήρωες, ξέρω τη μυρωδιά του σβέρκου τους, το βήξιμό τους στα σκοτεινά. Πόσο γενναίο αυτό που είπε ο Καμύ, ότι ο Ρασκόλνικοφ του Ντοστογιέφσκι είναι πιο υπαρκτός από τον Ροβεσπιέρο.



-Ποιες απαιτήσεις έχετε από τον αναγνώστη;

-Να αφεθεί σε βαθύτερα σκιρτήματα, να μην πλατσουρίσει στα ρηχά.


-Δίπλα σε ποια βιβλία θα θέλατε να τοποθετηθεί το Πάθος χιλιάδες φορές μετά την ανάγνωσή του;



-Δίπλα στα υπόλοιπα δικά μου. Κι αν δεν σας αρκεί αυτό, δίπλα σε όλα εκείνα με τα οποία με συνδέουν υπόγειες, εκλεκτικές και άχρονες συγγένειες - οι αναγνώστες είναι σε θέση να μαντέψουν ποια, πάνω-κάτω εννοώ.



-Πόσο επιπόλαιο είναι να θεωρήσει κανείς ότι η Λεύκα είναι μέρος ( ή το όλο) της Ζυράννας Ζατέλη; Το αυτοβιογραφικό στοιχείο είναι κάτι που επιδιώκετε συνειδητά να αναδύεται μέσα από τους ήρωές σας;



-Θα το επιδίωκα συνειδητά μόνο αν αποφάσιζα να γράψω μια κανονική αυτοβιογραφία, πράγμα που δεν έχω σκεφτεί και μάλλον δεν θα κάνω ποτέ. Τη φοβάμαι τη Ζυράννα. Με την έννοια ότι τα σύνορα πραγματικότητας και φαντασίας, όταν γράφει, καταλύονται εκ προοιμίου, ή ως διά μαγείας - είναι μια αθεράπευτη «σκοτεινή παραμυθού». Ας κάνει ό,τι θέλει ο αναγνώστης με αυτό το ζήτημα, ή μάλλον, όπως διαισθάνεται, αρκεί να μην τρώγεται υπέρ το δέον με το τι είναι πραγματικό και τι φανταστικό και χάσει την απόλαυση αυτού καθαυτού του «ταξιδιού» μες στο βιβλίο. Ο συγγραφέας επινοεί τη μοίρα του, για να το πω κάπως αποφθεγματικά.



-Ποιο σημείο του βιβλίου ήταν αυτό που φάνταζε ως απροσπέλαστος «σκόπελος»; Πώς τον ξεπεράσατε τελικά;



-Φτιάχνοντας μια νεαρή ηρωίδα που είναι «κρουσμένη» από το πάθος της να γράφει. Ήταν μια σπάνια δοκιμασία για μένα, και πρόκληση βέβαια, να χειριστώ συγγραφικά τον... συγγραφικό εαυτό μου μέσω μιας άλλης, μιας φανταστικής ύπαρξης. Σκεφτόμουν κάτι στιγμές μην στο τέλος καταλήξω να γίνω το δημιούργημα εκείνης. Μα αυτά ας τα αφήσουμε για την επόμενη πράξη.



-Στο βιβλίο βλέπουμε την επίσκεψη των νεκρών. Στην καθημερινότητά σας ανακαλείτε ή μνημονεύετε ανθρώπους που έχετε χάσει; Επιδιώκετε τη συνέχεια του διαλόγου μαζί τους;



-Γράφουμε υπό το καλόβολο βλέμμα των νεκρών. Ο Μπωντλαίρ το είπε αυτό, με πρόλαβε. Ειλικρινά έχω την αίσθηση ότι οι «νεκροί» μου με στηρίζουν κι εγώ τους συντροφεύω. Γι' αυτό μου φαίνεται πολύ αστόχαστο και απαίδευτο εκείνο το στερεότυπο «οι νεκροί με τους νεκρούς και οι ζωντανοί με τους ζωντανούς». Εντάξει, σε καθαρά πρακτικό ή τέλος πάντων ρεαλιστικό επίπεδο, έτσι είναι βέβαια - δεν θα πάμε να χωθούμε στους τάφους για να βγουν οι νεκροί στις λεωφόρους, δεν τίθεται τέτοιο ζήτημα. Μα έχει και μια ψυχή ο άνθρωπος, τον φέρνει βόλτα μια αύρα, ένα απόσιγο φιφίρισμα, που σχετίζεται νομίζω με την «άλλη μεριά» της ζωής, μ' όλους εκείνους που μέχρι χθες -όσα χρόνια κι αν πέρασαν- συνέπιναν και συνέτρωγαν μαζί μας. Το γέλιο, η φωνή, το βλέμμα τους... πώς να ξεκολλήσουν από μέσα μας; Και γιατί; Κι εμείς για τους αυριανούς νεκροί δεν θα 'μαστε; Στο κάτω-κάτω, πέρα απ' τον ποιητή Μπωντλαίρ, και ο Καστοριάδης το είχε πει ότι τα πάντα στους νεκρούς τα οφείλουμε. Αν το καλοσκεφτούμε...



-Ποιους θα καλούσατε εσείς σε ένα ιδανικό δείπνο, και τι θα τους προσφέρατε;



-Τα είπαμε. Μισούς απ' την εδώ μεριά, μισούς απ' την εκεί. Να βάζαμε οι ζωντανοί αινίγματα και οι νεκροί να μας τα 'λύναν. Το τι θα κερνούσα τώρα είναι μυστικό.



-Η μικρή ελαφίνα που γίνεται γυναίκα... Εσείς έχετε υποστεί ή εφεύρει μια διαδικασία προσωπικής μεταμόρφωσης; Ποια είναι αυτή;



-Ούτε στην Ασφάλεια δεν θα με ρωτούσαν τέτοια... Η ίδια η διαδικασία της γραφής είναι μια αδιάκοπη διαδικασία μεταμόρφωσης, περισσότερα δεν χρειάζεται να πω.



-Ποια βιβλία διαβάζατε την περίοδο που γράφατε το Πάθος χιλιάδες φορές;



-Από καθαρή λογοτεχνία τίποτα. Μπορεί να σας φανεί παράξενο, αλλά όσο γράφω, αυτό το «παράθυρο» κλείνει. Μόνο κάποια δοκίμια διάβασα, τους Δέκα πιθανούς λόγους για τη μελαγχολία της σκέψης του Στάινερ, το Περί μνήμης του Παπαγιώργη, και ξεκίνησα εκείνο το τεράστιο Η ανατομία της μελαγχολίας -παρούσα και πάλι η αρχόντισσα- του Μπέρτον, καθώς και τα Ημερολόγια του συγγραφέα του Ντοστογιέφσκι, που θα τα τελειώσω όμως τώρα, στον καιρό της αγρανάπαυσης.



-Υπάρχει μια σκηνή, μια εικόνα, μια είδηση που σας επηρέασε βαθιά για να αποφασίσετε να γράψετε το βιβλίο;



-Πήρε πολλά χρόνια, ζωή ολόκληρη, για να αντιληφθώ πόσο με επηρέασε μια είδηση που έφτασε στ' αφτιά μου περί τα τέλη της δεκαετίας του '50 -ούτε δέκα ετών δεν ήμουν τότε- για μια νεαρή δηλητηριάστρια σ' ένα νησί του Ιονίου. Αργότερα ως ενήλικη φαντάστηκα ότι απλώς το... είχα φανταστεί, ή ίσως δει σε κάποιο όνειρο, μέχρι που στα μέσα της δεκαετίας του '80, από ένα τυχαίο συμβάν, βεβαιώθηκα πως εκείνη η «βουή» στο κεφάλι μου ακουμπούσε σε πραγματικό γεγονός. Πέραν τούτου βέβαια, χιλιάδες εικόνες και σκηνές πολιορκούν το είναι μου, ύλη μυστική και δήλη, αλλιώς δεν βγαίνουνε πουλιά. Όσο για τα δηλητήρια, τα μετουσίωσα σε κάτι άλλο.



-Τι θα σας λείψει περισσότερο από αυτά τα τελευταία επτά χρόνια που οδήγησαν στην έκδοση του νέου σας βιβλίου;



-Τα πράγματα, όταν τα αποχαιρετάς φορούν τα γιορτινά τους. Θέλω να πω, οι ώρες της αγωνίας κυρίως πάνω απ' τη γραφομηχανή μου γίνονται πλέον θησαυροί στα μάτια μου, θολώνω και αγάλλομαι να θυμάμαι τι τράβηξα κάτι στιγμές, που αν τις αθροίσεις είναι κομμάτι ζωής. Ή οι άλλες στιγμές, της ευφορίας, της ευεξίας, που άφηνα λίγο τα χαρτιά να «κρυώσουν» κι άνοιγα το ραδιόφωνο και ό,τι τραγούδι είχε το χόρευα με τις γάτες μου, έκανα σαν μικρό κορίτσι από τη χαρά μου. Μου λείπουν τώρα όλα αυτά, ορφάνεψα κατά κάποιον τρόπο, μα ξέρω πως θα ξανάρθουν, δεν μπορώ να ζήσω χωρίς αυτό το σπουδαίο βάσανο.



-Ποιο βιβλίο θα θέλατε να σας έχουν αφιερώσει;



-Αν καθίσω να ψάξω, να σκεφτώ, δεν θα βρω μόνο ένα, μα τούτη τη στιγμή μου έρχονται στο νου εκείνες οι τρεις νουβέλες του Κλάιστ - δεν θυμάμαι ακριβώς τον τίτλο, ήταν από τις εκδόσεις Άγρα πάντως.



-Ποιο είναι το πιο παράξενο πράγμα που έχει γραφτεί ή έχετε ακούσει για τα βιβλία σας;



-Ο Φώτης Θαλασσινός, όταν μου είπε «Όταν διαβάζω τα βιβλία σου θέλω εκεί μέσα να πεθάνω», και η κουβέντα ενός άλλου που την εκμυστηρεύτηκε σε τρίτον: «Ο Θεός να με συγχωρήσει, διαβάζω Ζατέλη σαν να διαβάζω Ντοστογιέφσκι». Ο Θεός να τον συγχωρήσει, πράγματι, αλλά και να τον έχει καλά.



-To Νέο Μουσείο της Ακρόπολης είναι σχεδόν δίπλα στο σπίτι σας. Πως σας επηρεάζει η γειτνίαση με τις δημιουργίες της αρχαιότητας αλλά και όλο το βάρος και το συμβολισμό που φέρουν;



-Το βάρος που λέτε το θεωρώ ανάσα. Το να κάνω όποτε θέλω έναν περίπατο γύρω από την Ακρόπολη και τα συναφή δεν είναι τίποτα λιγότερο από ένα προνόμιο στην καθημερινότητά μου. Όσο για το νέο Μουσείο της Ακρόπολης, ακούστηκαν πολλές γκρίνιες -είναι στο ριζικό μας η γκρίνια- αλλά μην περιμένετε να προσθέσω άλλη μια. Απεναντίας. Το να το έχω μάλιστα δυο βήματα σχεδόν από το σπίτι μου μού δίνει μια αίσθηση σιγουριάς. Κάτι σαν «φαρμακείο» ψυχής ή μάλλον αναψυχής, όπου μπορώ να καταφύγω ανά πάσα στιγμή.



-Έχει ξεκινήσει η συγγραφή του επόμενου βιβλίου σας; Θα περιμένουμε πραγματικά άλλα επτά χρόνια;



-Θα ήταν αγένεια από μέρους μου να ξεκινήσω αμέσως ένα άλλο βιβλίο. Δεν γίνονται αυτά τα πράγματα. Είναι λιγάκι σαν να χάνεις τον σύντροφό σου και να σπεύδεις να τον αντικαταστήσεις. Τα χώματα, λέει, πρέπει να μείνουν άσπαρτα από καιρού εις καιρόν, για να δυναμώσουν. Θα ξεκουραστώ λοιπόν για κάποιους μήνες πριν ξαναμπώ στο χορό... Τώρα αν χρειαστούν άλλα επτά χρόνια ή λίγο παραπάνω ή λίγο παρακάτω, μόνο τα πουλιά το ξέρουν.



-Υπάρχει κάποιο βιβλίο σας που θα ξαναγράφατε από την αρχή;



Δεν νομίζω. Έχω ακόμη αρκετό υλικό που περιμένει να... πρωτογραφτεί, και ο χρόνος δεν περισσεύει.



-Ποιο μυστικό θα θέλατε να σας έχουν εκμυστηρευτεί;



Αν είναι αλήθεια αυτό που λένε ότι λίγο πριν πεθάνουμε βλέπουμε να περνάει απ' τα μάτια μας όλη η ζωή σαν μια κινηματογραφική ταινία. Θα πρέπει να 'ναι συναρπαστικό.


-------------------------------------------------------------------


* Τα [παιδικά μου χρόνια τα] πέρασα κάτω από ένα μεγάλο βουνό - στα μάτια μου τότε πολύ μεγάλο, το δικό μου "Μαγικό Βουνό" -, σε μια επαρχία καμιά πενηνταριά χιλιόμετρα έξω από τη Θεσσαλονίκη, βορειοανατολικά, με το όνομα Σοχός. Οικοκυρά η μάνα μου, έμπορoς ο πατέρας μου. Το τοπίο ήταν αγροτικό, γενναιόδωρο, θυμάμαι στις ίδιες αναλογίες ανθρώπους και ζώα, σπίτια και χωράφια, πολλές καστανιές, πολλές καρυδιές, πολλά καπνοχώραφα, πολλές μπόρες, πολλές ξέρες. Αλλά και πολλές κινηματογραφικές ιστορίες, στην κυριολεξία, αφού ο πατέρας μου είχε σινεμά στην αγορά, από το 1952 έως τα μέσα της δεκαετίας του 1960. Μπορώ δηλαδή να πω άφοβα ότι τα παιδικά μου χρόνια μoιράστηκαν εξίσου ανάμεσα στον καθαρό αέρα του βουνού και σε εκείνη τη σκοτεινή "θαυματουργή" αίθουσα όπου παρακολουθούσα με κατάvυξη όλα τα έργα της εποχής. Όσα μας φέρνανε τουλάχιστον.



* ...λίγο-πολύ όλη η οικογένεια δουλεύαμε στο σινεμά. Η μάνα μου αλάτιζε κι έψηνε τα σπόρια στο σπίτι, η μια αδελφή μου ήταν στο ταμείο, η άλλη εκτελούσε χρέη ταξιθέτριας, ο αδελφός μου βοηθούσε τον μηχανικό και πουλούσε τα σπόρια και τις λεμονάδες στα διαλείμματα κι εγώ βοηθούσα τον αδελφό μου. Το παρατσούκλι μου εκείνο τον καιρό ήταν "σινεματζού". Για παρατσούκλι μάλλον τιμητικό.



* Στο σπίτι ήμουν η μικρότερη, το στερνοπαίδι, κι αυτό μου έδινε κάποια προνόμια, υποτίθεται, ή με απήλλασσε από κάποιες υποχρεώσεις - όπως το να μη με παίρνουν στα χωράφια, να μην κάνω βαριές δουλειές - που εγώ όμως τότε το θεωρούσα ότι μάλλον δεν με υπολογίζουν. Σηκώνονταν, φέρ' ειπείν, εκείνοι στις τρειs τη νύχτα να πάνε να μαζέψουν τα καπνά κι εγώ σηκωνόμουν από τις δύο και περίμενα σε μιαν άκρη στην αυλή, με καρδιοχτύπι, μπας και με πάρουν "κατά λάθος" μαζί τους. Συνήθως με ξαπόστελναν πάλι μέσα, μου λέγανε να τ' αφήσω αυτά, αλλά καμιά φορά μού κάναν το χατίρι και με παίρνανε. Θυμάμαι εκείνες τις οδοιπορίες μες στη νύχτα, στο πρώτο πρώτο χάραμα, σαν κάτι συναρπαστικό, κάτι που μου έδινε αξία, με "γέμιζε", αν και για κείνους ήταν εξόντωμα να το κάνουν αυτό κάθε πρωί όλο το καλοκαίρι για χρόνια ολόκληρα. Περπατούσαν και σκουντουφλούσαν από τη νύστα, ενώ εγώ εκστασιαζόμουν με τις κραυγές της κουκουβάγιας ή με το πώs στεκόταν στα δυο πισινά της πόδια η vυφίτσα. Ο καθένας με τον πόνο του. Όταν μεγάλωσα λίγο βέβαια άρχισα να σκουντουφλώ κι εγώ πότε πότε.



* [Στο σχολείο], νομίζω πως δεν μου ήταν δύσκολο να ξεχωρίσω. Όχι επειδή ήμουν καμιά πεντάμορφη ή πανέξυπvη, μα επειδή... τι να πω; ήμουν μάλλον αφηρημένη και δεν με απασχολούσε - απ' όσο μπορώ να ξέρω - ούτε το να ξεχωρίσω ούτε το να μην ξεχωρίσω. Τύχαινε να είμαι καλή σε κάποια πράγματα, π.χ. στις εκθέσειs που έγραφα σε δημοτικό και γυμνάσιο, αλλά ήμουν και πολύ "αδύνατη", ή απλώs τεμπέλα, σε κάποια άλλα, στην αριθμητική, στη γεωμετρία, στη φυσική. Πίστευα ότι αυτά είναι "ψυχρά" πράγματα, πως δεν έχουν να μου πουν πολλά. Αργότερα άλλαξα γνώμη και πλέον μου αρέσει πολύ να ακούω μαθηματικούς και φυσικούς και αστροφυσικούς να λένε τα δικά τους. Μπορεί να μην καταλαβαίνω τι ακριβώς ακούω, πάντως κάτι πιάνω από διαίσθηση.



* ...έδινα εξετάσειs από το δημοτικό στο γυμνάσιο και στην ερώτηση του καθηγητή πόσα γραμμάρια έχει το χιλιόγραμμο πελάγωνα. Κι όσο πιo πολύ μού το τόνιζε και το συλλάβιζε - "Το χι-λι-ό-γραμ-μο, παιδί μου, πόσα γραμ-μά-ρι-α έχει" - τόσο πιο πολύ τα έχανα και κοίταζα απελπισμένη μια το πάτωμα, μια αυτόν, μια το ταβάνι. Όχι πως δεν σκέφθηκα να του πω και χίλια - εδώ του είχα πει τους πιο απίθανους αριθμούς -, μα μου φαινόταν πως είναι ...πολύ εύκολο, δηλαδή παγίδα, πως το έκανε επίτηδες για να με μπερδέψει, να με δοκιμάσει Κάποια στιγμή βέβαια είπα και το "χίλια" κι ο άνθρωπος ανέπνευσε. "Άρα και n σαραvταπoδαρoύσα πόσα πόδια έχει;" με ρώτησε ως επιστέγασμα. "Σαράντα" τoυ είπα με την πρώτη.



* ...θυμάμαι να γράφω "πράματα" απ' όταν σχεδόν θυμάμαι τον εαυτό μου, έχω καθαρή την εικόνα εκείνη της παιδίσκης και αργότερα έφηβης να καταγίνεται σκυμμένη και με μυστικότητα πάνω από κάποιο χαρτί. Άλλωστε, έμειναν και κάποια τεκμήρια, μερικά μαθητικά τετράδια μου από το 1958 έωs το 1963, εφτά ωs δώδεκα ετών τότε, όπου από την πίσω μεριά έγραφα τα δικά μου, κάτι φανταστικές ιστοριούλες. Εκείνο το φοβερό καλοκαίρι μάλιστα με τα παιδιά που πέθαιναν στην Μπιάφρα από τηv πείνα - 1966 ήταν; 1967; -, εμένα με είχε πιάσει μεγάλη προκοπή. Κάτω από τη μεγάλη ασπρόμαυρη φωτογραφία ενός τέτοιου παιδιού που έκοψα από τον "Ταχυδρόμο" τηs εποχής και κόλλησα στον τοίχο - πελώρια και συγκλονιστικά τα μάτια του να με κοιτούν κατάματα, τα έχω ακόμα μπροστά μου -, έπιασα "στα σοβαρά" να γράψω ένα μυθιστόρημα! Γέμισα δυο πεvηvτάφυλλα σπιράλ τετράδια, που τα κρατάω ακόμη καταχωνιασμένα κάπου. Το μυθιστόρημα είχε να κάνει με παιδιά γενικότερα - αδέλφια και παραδέλφια από διάφορους γάμους - και με το 'ξαφνικό" του θανάτου. Ήταν, ας πούμε, μια ναΐφ εκδοχή των "Λύκων" που θα άρχιζα να γράφω είκοσι χρόνια αργότερα, ένα θέμα παρμένο στη βάση του από την ίδια την οικογένειά μου, και δη εκείνη του παππoύ μου από τη μεριά του πατέρα μου. Τα τετράδια τα άνοιξα μια-δυο φορέs, έριξα μια περίφοβη ματιά και τα ξανάκλεισα, τα ξανακαταχώνιασα. Με πονούν να τα κοιτώ, αλλά και δεν μου κάνει καρδιά να τα πετάξω γιατί η παιδική ηλικία όταν μεγαλώνουμε είναι ένας "παράδεισος" που δεν αντέχεται, μας πονάει με τρόπο μοναδικό παρά μας χαροποιεί. Mας μαχαιρώνουν ήσυχα αυτά που πέρασαν για πάντα, είτε καλά ήταν είτε κακά. Προς τι να ταράσσουμε μια τέτοια "ησυχία"; Κάνω το μαχαίρι πένα και πορεύομαι, αλλιώs δεν βγαίνουν πουλιά, όπως θα έλεγε κι ο πατέραs μου. Το βασικό το αίσθημα άλλωστε δεν περνάει, αλλάζει τον εαυτό του, μετασxnματίζεται, μεταμορφώνεται, μα σαν ουσία δεν περνάει, κι έχει πολύ να κάνει μ' εκείνο που "πρωτογνωρίσαμε", Ο καθένας το αντανακλάει και το αναπαράγει με τον τρόπο του.



* Ήταν μια μεγάλη ευχαρίστηση, μια ηδονή να γράφω, που ούτε ήξερα από πού έρχεται και πού με πάει. Κάπως σαν τα πουλιά που κελαηδούν στα δέντρα. Το συγγραφιλίκι άρχισα να το φαντάζομαι γύρω στα είκοσι πέντε μου, μετά την πρώτη μετανάστευσή μου στην αλλοδαπή, αλλά και πάλι δειλά, με κάποιο φόβο ή αμηχανία, κι αφού είχα γεμίσει ουκ ολίγα τεφτέρια με ιστορίες και διάφορα, που δεν έδειχνα σε κανέναν. Όλοι οι φίλοι μου τότε μυρίζονταν ότι με κάτι καταγίνομαι, κάτι γράφω - με λέγαν "μυρμήγκι" -, αλλά τι και πώς κανείς δεν ήξερε. Η μuστικoπάθειά μου ήταν σχεδόν παροιμιώδης. Κι όταν πια άρχισα να το παίρνω απόφαση ότι αυτός είναι ο δρόμος μου, για κάποιον λόγο δεν ήθελα να βγάλω βιβλίο πριν τα τριάντα τρία μου. Όπερ και συνέβη. Από μικρή στο "αμάρτημα", αλλά στην αγορά αφού μετάλαβα την πρώτη ωριμότητα.



* Θα μπορούσα να πώ [ότι μού άρεσε να παρατηρώ] τα πάντα, ήμουν ακόρεστη σ' αυτό, ήμουν και διακριτική ωστόσο. Βέβαια είχα, και έχω, τις προτιμήσεις μου, τις εμμονές μου, κι αυτές είναι για κείνα τα αδιόρατα που γλιστρούν απ' το μάτι, ενώ τα έχουμε αιχμαλωτίσει, ή εκείνα που δεν τα πιάνει εύκολα η γλώσσα' αυτά - και οι προεκτάσεις τους - μ' ενδιαφέρουν περισσότερο, με αυτά μοχθώ και αγάλλομαι. Συμφωνώ πάντως μ' εκείνο που λέει ο Μαρκές ότι δεν υπάρχει τίποτα σ' αυτόν ή στον άλλον κόσμο που να είναι άχρηστο για έναν συγγραφέα. Μια παροιμία λέει πως μπέης γίνεσαι, παλικάρι γεννιέσαι. Για τον συγγραφέα - ον μισομαγικό, μισομεθοδικό - θα έλεγα πως γεννιέται και γίνεται εξίσου.



* Υπήρξαν τρεις "μοιραίοι" δάσκαλοι [στη ζωή μου]. Η δεσποινίς Καλλιρρόη στην Α' Δημοτικού, ο κύριος Αμπατζίδης στην τελευταία τάξη του Λυκείου, μα θα σταθώ τώρα στον τρίτο. Ήμουν δεκαπέντε ή δεκάξι ετών και στο πρώτο μαθητικό εξάμηνο πήρα στα μαθηματικά κάτω από τη βάση. Ανέκαθεν αδύνατη στα μαθηματικά, αλλά αυτό δεν είχε ξαναγίνει, να μην πιάσω ούτε τη βάση, και μου ήρθε πολύ βαρύ. Έφυγαν λοιπόν όλα τα παιδιά απ' το σχολείο, έφυγαν και οι καθηγnτές, κι εγώ κάθισα σε μια γωνία στις σκάλες κι έβαλα τα κλάματα. Πώs θα πάω σπίτί, πώs θα πω, τι θα κάνω; Μαύρη απελπισία μ' έδερνε. Ήρθε κοντά μου τότε ένας καθηγητής - είχε ξεμείνει φαίνεται - και με ρώτησε τι έχω. Του είπα, "Εσύ κλαις βρε Αννούλα. που μας δίνεις τόση χαρά με τις εκθέσεις που γράφεις "μου είπε, "που κάvειs τις ωραίες σκέψεις και μας τις κοιvωvείς;". Με μάγεψε ο λόγos του, με αναπτέρωσε. Συνέχισα να κλαίω, αλλά από συγκίνηση. Άσε που δεν πίστευα ότι μπορούσε να μιλάει έτσι ένας ολόκληρος καθηγητής σε μια μαθήτρια. Έχω να τον δω και να τον ακούσω από 'κείνα τα περίεργα κι αλησμόνητα χρόνια, το όνομά του Θανάσης Νικόλτσος, φιλόλογος. Εύχομαι να είναι πάντα καλά.



* Από μικρή είχα μια στενή σχέση με την "κρυμμένη ζωή" του ύπνου. Από ένστικτο, μα και χάρη σε μια υπερήλικη γιαγιά μου ή στην ίδια τη μάνα μου - κυρίως όταν γέρασε κι αυτή -, που συχνά με ρωτούσαν τι όνειρα είδα τη νύχτα που πέρασε. Τα άκουγαν σαν να τα διάβαζαν, σχολίαζαν κάτι ή και τίποτα, πάντως μου κληροδότησαν αυτή τη συμπάθεια ή το δέος για τα όνειρα. Ό,τι κι αν γίνει, έλεγα - και το λέω ακόμα -, εγώ το βράδυ θα ονειρευτώ, θα "φύγω". Είναι για μένα η πιο οικεία, η πιo προσφιλήs terra incognita. Πολλές φορές, όταν έρχομαι σε αδιέξοδα, κυρίωs αναφορικά με το γράψιμο, έχω την αίσθηση πωs θα βοηθηθώ - έμμεσα βέβαια, υπαινικτικά - από κάποιο όνειρο. Και σπανίως διαψεύδομαι. Επωφελούμαι από τουs "τρόπους" του ονείρου, όπως επωφελείται κανείς από έναν καλό δάσκαλο που διαπρέπει στην αφάνεια. Εδώ που τα λέμε, είναι η πιo αναφαίρετη ταυτότητά μαs.



* [Φοβία...] Δεν ξέρω αν ήταν φοβία ακριβώς, μα και τι άλλο ήταν δεν μπορώ να πω. Όταν ανέβαινα ή κατέβαινα εκείνη την ξύλινη μεγάλη σκάλα στο σπίτι μας, κυρίως από το σούρουπο και μετά. Πριν φτάσω στη μέση, όλα άλλαζαν, νόμιζα πωs μια "σκιά" με κυνηγάει και τσακιζόμουν να προλάβω ν' ανέβω ή να κατέβω πριν με πιάσει! Κράτησε καιρό αυτό, ίσως και χρόνια. Απορώ ακόμα πώς δεν έσπασα τα μούτρα μου καμιά φορά, πώς τη γλίτωσα. Τη φέρνω στη σκέψη μου εκείνη τη σκιά όπως αν πρόκειται για κάποιο ζωντανό πρόσωπο. Δεν μου είναι πλέον καθόλου εχθρική ή απειλητική. Αλλά το ρίγος, ρίγος.



* [Αν ήταν δυνατόν να ξαναγυρίσω σ' εκείνη την εποχή, δεν θα ήθελα ν' αλλάξω] παρακαλώ τίποτα. Ούτε και θα ήθελα ακριβώς να ξαναγυρίσω, δεν βρίσκω νόημα σε τέτοιες σκέψεις ή υποθέσεις. Φρονώ πως δεν υπάρχει "χρυσό ψαλίδι" για ό,τι ήταν όπως ήταν και μας μίλησε όπως μας μίλησε. Η "χρυσή πένα", αν υπάρχει, είναι μια άλλη ιστορία.

Ζυράννα Ζατέλη


----------------------------------------------------------

http://invenio.lib.auth.gr/record/123982/files/palla.pdf?version=1 εργασια για τη Ζ.Ζ. σε pdf



 ------------------------------------------------------------------



One more last time Ζυράννα Ζατέλη



Ήταν ο τρίτος μεγάλος έρωτας της ζωής μου - κι αν γίνω πιο χατιρική, μπορεί και ο δέκατος τρίτος. Γάλλος που διαδέχτηκε τον Πορτογάλο, έτσι έτυχε. Κι έφερε το όνομα Vincent, που στα ελληνικά μεταγράφεται ως Βενσάν, μα εγώ το προτιμούσα Βανσάν, με καθαρά και μεγάλα α, για να κάνει συνειρμό με το Βάσανο. Παρισινίζω και βανσανίζομαι μου άρεζε να γράφω στους φίλους μου όποτε πήγαινα στο Παρίσι να τον δω, ή στα πρώτα χρόνια του ειδυλλίου που ζούσα, κατά το ήμισυ, εκεί. Το έγραψα μία, το έγραψα δύο… είχα πάθει ζημιά με αυτό το λογοπαίγνιο κι έγινε πλέον το σταθερό μοτίβο στις καταιγιστικές εκείνες κάρτες μου απ’ το Παρίσι.



Γνωριστήκαμε κατακαλόκαιρο στην πόλη του, κάτω απ' τη γέφυρα του Λούβρου, την επονομαζόμενη Carrousel, και παραφράζοντας τον στίχο του Απολλιναίρ που αναφέρεται στη γέφυρα Mirabeau, το έφερνα κι αυτό στα μέτρα μου:



Sous le Pont du Carrousel coule la Seine et nos amours.....



27 Ιουλίου ήταν, στις επτά το απόγευμα, ντάλα μεσημέρι σχεδόν ακόμη και για τους Γάλλους, με έναν ήλιο που δεν έλεγε να δύσει, εκτός πια κι αν είχε ανατείλει ήδη, ειδικά για εμάς, ο μαύρος ήλιος και ξεδιπλώνανε τα φτερά τους οι κουκουβάγιες... Μυθιστορηματικό επεισόδιο, κεραυνοβόλο και «μεθοδικό», που δεν ξέρω αν θα μου πήγαινε ποτέ ο νους να το επινοήσω και καταστρώσω σε όλες τις απίστευτες λεπτομέρειες - στους ανθρώπους που διαθέτουν φαντασία αδάμαστη αρέσκεται η ζωή να τους θυμίζει ότι αυτή είναι η αρχηγός. Ουδεμία αντίρρηση.



Για παραπάνω από δέκα χρόνια ζούσαμε χώρια για να μη χωρίσουμε (το περισσότερο διάστημα τουλάχιστον το περνούσαμε «βάζοντας φωτιά» στα ταχυδρομεία...), ενώ τιμούσαμε το μοιραίο καλοκαιρινό συναπάντημα με το να καταφθάνει εκείνος στην Ελλάδα, απαράβατα, μέσα στην κάψα του Ιουλίου. Το τιμούσαμε και, φευ, το υπονομεύαμε εντέχνως, φιλοτεχνούσαμε σχεδόν τον αφανισμό μας, διότι αν ο έρωτας δεν είναι ο γιορτινά ντυμένος θάνατος, μάλλον δεν ξέρουμε τι μας γίνεται. Εμείς το ξέραμε φαίνεται, μεγάλα παιδιά άλλωστε, γι' αυτό και την κάθε θερινή δοξαστική «επέτειο» την αντιμετωπίζαμε ως ONE MORE LAST TIME.



Ισχυριζόμενος ότι στο Παρίσι έπινε μόνο τσάι και καφέ για να αντεπεξέλθει στις εκεί υποχρεώσεις του, ο Βανσάν έβγαζε τα εισαγωγικά από την «τρέλα» με το που πατούσε το πόδι του στη «χώρα του Βάκχου», κι έτσι μέρα με την ημέρα και χρόνο με τον χρόνο η όποια ευτυχία μάς αναλογούσε δεν είχε να ζηλέψει και πολλά από έναν εφιάλτη του Γκόγια... Άλλωστε, δεν ήταν μόνο ο ερχομός, ήταν κι ο γυρισμός. «Ή θα φύγω μεθυσμένος απ' τη χώρα σου», μου έλεγε, «κι άσε τις νουθεσίες, ή δεν θα φύγω καθόλου και ανάλαβέ με». Κλείνουν φέτος τέσσερα καλοκαίρια που δεν έγινε τρόπος να ξανάρθει ούτε να ξαναφύγει και κρατώ περί πολλού την πιο σπουδαία κουβέντα που άκουσα από στόμα εραστή: «Αν δεν μου λες ψέματα, δεν σε πιστεύω». Ούτε και γω εκείνον.



Και μετά ήρθαν οι γάτες.



Το «Πάθος χιλιάδες φορές» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη.



--------------------------------------------------

«Εζησα γράφοντας και χωρίς κινητό»

Η Ζυράννα Ζατέλη υπερασπίζεται τον δρόμο της σθεναρά και με πάθος



Συνέντευξη στην Ολγα Σελλα



«Μια γυναίκα που τη λένε και Ζυράννα και Ζατέλη, τι ζωή να κάνει άραγε;» είχε γράψει κάποτε ένας αναγνώστης στη συγγραφέα που συνηθίζει να ταράζει τα νερά της ελληνικής λογοτεχνίας με σταθερή περιοδικότητα: κάθε επτά χρόνια. Αυτό αποφασίσαμε να κάνουμε κι εμείς. Επισκεφτήκαμε τη Ζυράννα Ζατέλη στο σπίτι της, μια παλιά αθηναϊκή μονοκατοικία στο κέντρο της πόλης, μια ανάσα από το Νέο Μουσείο της Ακρόπολης, με σκοπό να περάσουμε μερικές ώρες μαζί της και να γνωρίσουμε λίγο καλύτερα την ίδια, την καθημερινότητά της και το σύμπαν της. Πρώτη μάς υποδέχτηκε η Σέρκα, η κανελή γάτα της, η πιο κοινωνική, γιατί η άλλη, η Ζαΐρα, η ντροπαλή, στην αρχή ήταν κρυμμένη. Οταν εμφανίστηκε όμως, έδειξε την... φιλαναγνωσία της, αφού προτιμούσε να ξαπλώνει πάνω στις σκόρπιες σελίδες της Ζυράννας Ζατέλη, στο μεγάλο γραφείο της, στο χολ του σπιτιού της. Το γραφείο βλέπει πρώτα ο επισκέπτης όταν μπαίνει. Μαζί με τα δεκάδες ομοιώματα ζώων και πουλιών και τις «στρατιές» από χαρτιά και σημειωματάρια. Και χωρίς τηλεόραση. Η Ζυράννα Ζατέλη ενημερώνεται μόνο από το ραδιόφωνο και τις εφημερίδες και είναι σχεδόν μονίμως με ένα τσιγάρο στο χέρι. Τι θα κάνει τώρα με τους περιορισμούς; «Θα προσαρμοστώ. Δεν έχω πρόβλημα. Καλό μας κάνει».



Δεν έχει αλλάξει τίποτα σχεδόν από την προηγούμενη φορά που πήγα στο σπίτι της - πάνε μερικά χρόνια. Ισως επτά. Ξαφνιάζει αλλιώς η Ζυράννα και όχι με ανατροπές στη συμπεριφορά της, ούτε στις συνήθειές της ούτε στον τρόπο που ντύνεται ούτε στο στυλ της. Εχει επιλέξει έναν δρόμο και τον υπερασπίζεται σθεναρά και με πάθος. «Τραβώ μια καρέκλα και ξεκινώ ένα μυθιστόρημα, κι όταν σηκώνομαι είμαι έξι με επτά χρόνια μεγαλύτερη - κάπως έτσι μετρώ πια την ηλικία μου». Στο διάστημα αυτό δεν γράφει βέβαια ακατάπαυστα. «Κάνω διαλείμματα, παίρνω ανάσες, αν βγάλω κάτι που μ’ έχει παιδέψει ιδιαίτερα, μετά αδειάζω, νεκρώνομαι, φοβάμαι. Ομως κι αυτό είναι ένα στάδιο για να ξαναμπώ στη γόνιμη περίοδο. Αυτό γίνεται διαρκώς όσο γράφω ένα βιβλίο. Ο παράδεισος και η κόλαση είναι εναλλασσόμενα, κι όμως δεν είναι ακριβώς κόλαση οι άγονες και σιωπηρές ημέρες. Πότε τα μήλα και πότε τα φύλλα, που λέει κι η παροιμία».



Φανατική σινεφίλ



Υπάρχουν συχνά παροιμίες στα λόγια της. Γεννημένη και μεγαλωμένη στην επαρχία της δεκαετίας του ’50, στο Σοχό της Θεσσαλονίκης, αγαπάει και αφουγκράζεται καθετί γήινο, «που έρχεται από βαθύτερα». Και της αρέσει πολύ να περπατάει. «Αν πρέπει να περιγράψω με δυο λόγια τη ζωή μου, θα πω πως έζησα γράφοντας και το υπόλοιπο το έζησα περπατώντας. Και χωρίς κινητό στο αυτί». Οπως της αρέσει ιδιαίτερα και ο κινηματογράφος. Φανατική σινεφίλ, κρατάει από το 1974 όλα τα προγράμματα των ταινιών που έχει δει, πότε είδε την καθεμιά, με ποιον την είδε... Αρχείο κανονικό. Μόνο για την περασμένη χειμερινή σεζόν μέτρησε 94 βραδιές σε κινηματογραφικές αίθουσες. «Στο “Ιντεάλ” μου κόβουν πάντα μειωμένο εισιτήριο. Επιτρέψτε μου να το μνημονεύσω - πού ξέρεις, μπορεί να φιλοτιμηθούν κι άλλοι κινηματογράφοι», μου λέει μεταξύ σοβαρού και αστείου. Την Αθήνα την αγαπάει, πρώτον γιατί δεν θέλει να κάνει την γκρίνια ιδεολογία. Δεύτερον γιατί «αυτήν την έρημη την Αθήνα εμείς την κάναμε όπως την κάναμε, όχι οι εξωγήινοι». Από το 1973, όταν γύρισε από τη Γερμανία, -«μετανάστρια για έναν έρωτα»- ζει στην Αθήνα. Με αρκετά και μακρόχρονα διαλείμματα απουσίας.



Νέο Μουσείο της Ακρόπολης



Από το Νέο Μουσείο της Ακρόπολης περνάει κάθε μέρα, είναι η γειτονιά της. Στην αρχή που το έβλεπε να ορθώνεται, την παραξένευε. «Οπως ξέρεις, όντας λίγο ρετρό -μα όχι, παρακαλώ, σε σημεία παροξυσμού- έχω μια προτίμηση προς άλλου είδους κτίρια, πιο παλαιότροπα, πιο ρομαντικά, αν θέλεις να το πούμε έτσι. Ή τουλάχιστον θεωρώ ότι αυτά τα μοντέρνα, επιβλητικά και κάπως “παγερά” κτίρια θέλουν μεγάλη άπλα γύρω τους για να αναδειχθούν και να μην επηρεάσουν ούτε να επηρεαστούν από τον περιβάλλοντα χώρο, να μην χρειαστεί “να δέσουν” με το ζόρι. Εν συνεχεία ωστόσο το αποδέχτηκα, άρχισα να το συνηθίζω. Από το να μπω στην κεκτημένη της γκρίνιας, είπα ας αλλάξω κι εγώ λίγο, ας το δω αλλιώς, είναι όπως και να το κάνουμε ένα σημαντικό έργο κι αξίζει να το χαρούμε». Και περιμένει να καταλαγιάσει λίγο «ο ντόρος» για να το επισκεφτεί. Είναι μία από τις άμεσες εκκρεμότητές της, και όταν τη ρωτάμε αν έχει άλλους ανοιχτούς λογαριασμούς, λέει αυθόρμητα ότι έχει λιγότερους απ’ ό,τι παλαιότερα. «Η πιο ζωντανή εκκρεμότητα του βίου μου είναι να προλάβω να γράψω μερικά ακόμη πράγματα». Της αρέσει η μοναχική ζωή, αλλά μοναξιασμένο άτομο δεν είναι. Και όταν τελειώνει το κάθε βιβλίο, κάνει ένα διάλειμμα δημοσιότητας. Κάτι σαν παιχνίδι με τον εαυτό της, κάτι σαν δοκιμή των ορίων και των αντοχών της. Παίρνει μερικές «κοινωνικές δόσεις», όπως λέει. Αυτό κάνει και τώρα που κυκλοφόρησε το τελευταίο της βιβλίο «Το πάθος χιλιάδες φορές». «Και μετά θα ξαναμπώ στα φυλλώματα της ψυχής μου, θα κάνετε καιρό να με ξαναδείτε», λέει. Δεν αποκλείει άλλωστε να αποφύγει κάποτε ακόμη κι αυτό το «διάλειμμα δημοσιότητας», να γράψει δηλαδή ένα βιβλίο, να το παραδώσει, αλλά την ίδια να μην τη βρίσκουμε... Το λέει μ’ ένα ανάλαφρο χιούμορ, που σε κάνει να υποπτεύεσαι ότι μπορεί και να το εννοεί. «Με το χιούμορ μπορούμε να υπαινιχθούμε τα πάντα, ακόμα και την αλήθεια». Δεν αποκλείει επίσης, μετά απ’ αυτά τα μυθιστορήματα-ποταμούς, να κλείσει το συγγραφικό της έργο με μερικά χάι-κου και τίποτα περισσότερο.



Παλιές γραφομηχανές



Της αρέσουν τα βαθιά δυνατά χρώματα, τα ιδιαίτερα δακτυλίδια, τα φο γενικώς κοσμήματα. Και κρατάει φυλαγμένες τις παλιές γραφομηχανές της, εκείνες τις χειροκίνητες, «για ώρα ανάγκης, πού ξέρεις»; Ολες οι γραφομηχανές της ήταν από δεύτερο χέρι. Την τελευταία δωδεκαετία χρησιμοποιεί μια ηλεκτρική OLYMPIA, που της δώρισε το προξενείο του Βερολίνου. Της αρέσει να σκέφτεται τα πράγματα στην προηγούμενη «ζωή» τους. «Θυμάμαι μια παλιά πράσινη OLIVETTI που είχα. Κάθε φορά που καθόμουν να γράψω, ένιωθα την αύρα των δακτύλων του προηγούμενου κατόχου της. Κι έστηνα ιστορίες στο κεφάλι μου. Ποιος να ήταν, τι να έγραφε σ’ αυτήν...».



Λίγο πριν την καληνυχτίσω, κάνω μια περισσότερο ρητορική ερώτηση: «Το Ζατέλη είναι ψευδώνυμο, έτσι;». «Το Ζυράννα Ζατέλη είναι το αληθινό μου ψευδώνυμο. Θα το δεχτείτε έτσι», απαντάει αποφασιστικά.



Το νέο μυθιστόρημα



της Ζυράννας Ζατέλη «Το πάθος χιλιάδες φορές» δεύτερο μέρος της τριλογίας «Με το παράξενο όνομα Ραμάνθις Ερέβους», κυκλοφορεί, όπως όλα της τα βιβλία, από τις εκδόσεις «Καστανιώτη».



H τέχνη, ο μύθος και ο θάνατος



– Η τέχνη, λέγεται, είναι κάθαρση για τον δημιουργό και για τον αποδέκτη της. Με ποιον τρόπο λειτουργεί η γραφή ως κάθαρση σε σένα;



– Μα αν δεν ήταν κάθαρση, γιατί να αφιέρωνα χρόνια και χρόνια απ’ τη ζωή μου στο γράψιμο, σ’ αυτόν τον καθημερινό παραδαρμό ψυχής και πένας; Ας μη γελιόμαστε, η διαδικασία της γραφής, της συγγραφής, δεν είναι «πέσε πίττα να σε φάω», απεναντίας. Αν δεν στοιχειώσεις άνθρωπο, βιβλίο δεν στεριώνει. Και ποιον άλλον να στοιχειώσουμε από τον εαυτό μας σε μια τόσο μοναχική δουλειά όσο το γράψιμο; Μοναχική τουλάχιστον ενόσω τελείται, για να μην πω απόκοσμη, διότι κατά βάθος συνάπτουμε με τη ζωή θυελλώδεις σχέσεις. Εν πάση περιπτώσει, το ένα συνεπάγεται το άλλο, η κάθαρση προϋποθέτει παίδεμα με το υλικό μας, αγωνίες, λαχτάρες, βασανισμό ψυχής, ο βασανισμός βαδίζει μοιραία προς την κάθαρση. Διόλου τυχαίο βέβαια που οι αρχαίοι Τραγικοί, με όσο σκοτεινά θέματα κι αν καταπιάνονταν, όσο κι αν εντρυφούσαν στις πιο επώδυνες περιοχές της ανθρώπινης ύπαρξης, όσο αίμα κι αν έσταζε καμιά φορά στις ιστορίες τους, αυτό που είχαν ως απώτερη «βλέψη» ήταν η κάθαρση. Εν κατακλείδι, θα έλεγα πως η τέχνη οφείλει να είναι λυτρωτική και δεν μπορεί παρά να είναι.



– Και η γραφή σου και η προσωπικότητά σου χαρακτηρίζονται από πολλές ιδιορρυθμίες, που φτιάχνουν σχεδόν ένα μύθο. Θεωρείς ότι η εικόνα που έχουν οι άλλοι για σένα είναι αυτό που πραγματικά σε εκφράζει ή ότι αθέλητα ή ηθελημένα υπηρετείς τον μύθο που σε συνοδεύει;



– Λένε πως καπνός χωρίς φωτιά δεν βγαίνει κι απ’ την άλλη, ας μην περιμένουμε να είναι τόσο διακριτά αυτά τα σύνορα... Ενας άλλος δημοσιογράφος με ρώτησε πριν από μερικά χρόνια αν νιώθω εγκλωβισμένη –έτσι το διατύπωσε– μέσα σε μια «μυστηριακή» εικόνα που έπλασαν για μένα τα γραπτά μου ή οι άλλοι μέσα από τα γραπτά μου. Μα τα γραπτά μου ποιος τα έπλασε; Και γιατί να νιώθω εγκλωβισμένη; Τραβώ τον δρόμο μου όπως έμαθα να τον τραβάω τόσα χρόνια. Το στυλ, ξέρεις, όπως και η αίσθηση του χιούμορ, είναι η πιο μύχια υπόθεση στον άνθρωπο, το πλέον άπιαστο και ισχυρό συστατικό του και είτε το έχει κανείς είτε δεν το έχει. Κι εφόσον το έχει, οφείλει κατά κάποιον τρόπο να το υπηρετήσει ή, πάντως, γιατί να το προδώσει.



– Στο τελευταίο σου μυθιστόρημα ανασταίνεις τους νεκρούς σου, τους βάζεις σ’ ένα κοινό τραπέζι με τους ζωντανούς. Τελικά, οι αγαπημένοι μας άνθρωποι που έφυγαν πόσο μαζί μας εξακολουθούν να είναι;



– Δεν έπαψα να έχω το αίσθημα ότι οι νεκροί μας ως «ουσία» είναι παρόντες, ακόμη κι αν δεν υπάρχει τίποτα μα τίποτα μετά τον θάνατο. Απ’ τη μεριά μου τους συντροφεύω κι απ’ τη μεριά τους με στηρίζουν, έτσι το αντιλαμβάνομαι σε μια πολύ ενδόμυχη περιοχή του εαυτού μου. Είναι λοιπόν κάτι που έχει πρωτίστως να κάνει μ’ εμάς τους ίδιους, τους ζωντανούς, με το πώς αντιμετωπίζουμε αυτό το «αναπάντητο» και σίγουρα επώδυνο ζήτημα – και για να το πω κάπως μεταφορικά, όπως κοιτάς τον καθρέφτη, έτσι θα σε κοιτάξει. Σε μυθιστορηματικό επίπεδο τώρα, θα ήταν απορίας άξιον νομίζω αν δεν αποφάσιζα κάποτε να «φέρω πίσω», έστω και μόνο για μια νύχτα, όλους εκείνους που στο προηγούμενο βιβλίο μου έστειλα στον άλλο κόσμο. Μη παραλείποντας, βέβαια, να βάλω ακριβώς έναν απ’ αυτούς να τραγουδάει «ο Αδης έχει έμπατα, μα έβγατα δεν έχει».



«Νοσταλγία» της αθωότητας



– Στα βιβλία σου είναι πάντα παρούσα, άμεσα ή ως αντανάκλαση, η παιδική ηλικία. Θα ήθελα να μου πεις κάτι γι’ αυτήν την εμμονή σου, κι επίσης αν πιστεύεις ότι πρόκειται για την αθωότερη περίοδο της ζωής μας.



– Για μένα η σημασία δεν είναι τόσο στην ύπαρξη ή μη μιας απόλυτης αθωότητας, όσο στη «νοσταλγία» της αθωότητας, στην ανάγκη μας να ανακαλέσουμε και να χειριστούμε μέσα από το γράψιμο κάποιες εικόνες, κάποια στοιχεία, για τα οποία έχουμε την πιο αόριστη κι ωστόσο την πιο «σταθερή» ανάμνηση. Ας μη μας διαφεύγει, άλλωστε, ότι η περίφημη παιδική ηλικία δεν έχει τόση αξία για το ίδιο το παιδί όσο για τον ενήλικα, που, χάνοντάς την ακριβώς, είναι σε θέση να την ανακαλύψει, να την επανεκτιμήσει και όλα τα συνακόλουθα. Θα έλεγα, λοιπόν, πως το παιδί είναι το «κλειδί» της όλης ιστορίας ή, τέλος πάντων, εκείνο το απόμακρο «τοπίο» του εαυτού μας, το ημιπραγματικό πλέον και ακατάλυτο, που συγκινησιακά τυγχάνει κόλαση και παράδεισος μαζί.









Περσινή αρραβωνιαστικιά



ΟΤΑΝ Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΑΓΓΙΖΕΙ ΤΑ ΟΡΙΑ ΤΗΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ



Ζυράννα Ζατέλη



Περσινή αρραβωνιαστικιά



Εκδόσεις ΣΙΓΑΡΕΤΑ 1984, σελ. 138



Μεγάλο είναι το ρεύμα των αναγνωστών που ακολουθεί πιστά τη Ζυράννα Ζατέλη σε κάθε συγγραφική της δουλειά και όχι άδικα, αφού διαθέτει το χάρισμα που ελάχιστοι συγγραφείς έχουν – και είναι αυτοί που έμειναν στην ιστορία της λογοτεχνίας. Αναφέρομαι ασφαλώς στο καθαρά προσωπικό συγγραφικό της στυλ. Βέβαια το όνομα Ζυράννα Ζατέλη είναι το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο που χρησιμοποιεί αφότου ήρθε στην Αθήνα το ’70 και άρχισε να εργάζεται στο θέατρο και στο ραδιόφωνο. Το πραγματικό όνομα της συγγραφέως είναι Άννα Καρακόλη.



Διαβάζοντας την πρώτη συλλογή διηγημάτων της με τίτλο Περσινή Αρραβωνιαστικιά, αντιλαμβανόμαστε ότι η Ζατέλη δεν είχε εποχή μαθητείας, καθώς το βιβλίο της αυτό μοιάζει με έργο ωριμότητας, γεγονός που αποτελεί το μεγαλύτερο τεκμήριο της αυθεντικότητάς της. Σ’ αυτό περιέχονται εννέα αλλόκοτες ιστορίες που κινούνται διαρκώς από το λογικό στο παράλογο, το φανταστικό. Αυτά που αφήνουν το στίγμα τους στα διηγήματα που γράφει είναι : τα ζώα, η φύση, ο έρωτας, ο θάνατος, αλλά και φοβίες, φαντασιώσεις και ένα είδος μαγείας.



Η συγγραφέας στα 6 πρώτα διηγήματα της συλλογής («Περσινή αρραβωνιαστικιά», «Τα πουλιά», «Η Περσεφόνη - και μια άλλη ιστορία», «Ντάλα», «Το στοιχειωμένο αγροτόσπιτο», «Ζίνα») σκιαγραφεί μια μυθική οικογένεια. Πρόκειται για μια πολυμελή, πατριαρχική οικογένεια της Ελλάδας, την οποία η συγγραφέας μας την περιγράφει μέσα από τις καθημερινές ενασχολήσεις και τα όνειρά της, τις μικρές ένδοξες στιγμές της, αλλά και τις τραυματικές της εμπειρίες. Οι 3 τελευταίες ιστορίες της («Για μια ιστορία που δεν συνέβη», «Κυκεών», «Μανιώδης του καπνού») μάλλον δεν έχουν κάποια άμεση σχέση μεταξύ τους, αλλά ούτε και με τις προηγούμενες ιστορίες. Ο «Κυκεών» μάλιστα είναι το μόνο διήγημα από όλη τη συλλογή στο οποίο η αφηγήτρια δεν συμμετέχει στη δράση.



Κυρίαρχο θέμα σε όλες τις ιστορίες της συλλογής είναι ο θάνατος. Συνολικά καταγράφονται 18 θάνατοι, αριθμός υπερβολικά μεγάλος. Αλλά εντύπωση προκαλεί και ο τρόπος που αντιμετωπίζουν οι ήρωες της Ζατέλη τους νεκρούς και το θάνατο γενικότερα σε ορισμένες περιπτώσεις. Για παράδειγμα : «Οι σχέσεις μου με τους πεθαμένους τότε ήταν αγαθότερες και αρμονικότερες απ’ ό,τι με τους ζωντανούς» αναφέρει στην ιστορία «Τα πουλιά», ενώ «Όταν πεθάνω θα ξαναομορφήνω» αναφέρει στη «Ντάλα».



Επίσης ένα στοιχείο που υπάρχει σε αρκετά από τα διηγήματα είναι οι παράνομες - συχνά κρυφές - ερωτικές σχέσεις. Αναφέρονται 7 διαφορετικές περιπτώσεις, μεταξύ των οποίων μια σχέση μεταξύ κοριτσιού και γάτου, μια σχέση μεταξύ άνδρα και κοριτσιού 7 ετών, μια σχέση μεταξύ δίδυμων αδερφών και μια μεταξύ ξαδέρφων. Ακόμη μέσα στα διηγήματα επανέρχεται το υπερφυσικό στοιχείο, ένα είδος μαγείας και το στοιχείο του ονείρου. Π.χ. στο διήγημα «Η Περσεφόνη - και μια άλλη ιστορία» η αφηγήτρια καταγράφει ότι η Περσεφόνη προέβλεπε ποιος θα πεθάνει και ποιος όχι και στο «Μανιώδης του καπνού» έχουμε περιγραφή ενός ονείρου το οποίο και η ηρωίδα που το βλέπει δυσκολεύεται να το ξεχωρίσει από την πραγματικότητα.



Αγαπημένο μοτίβο για τη συγγραφέα φαίνεται ότι αποτελούν και τα ζώα, αφού σε 5 από τα διηγήματά της στέκεται σε αυτά. Συγκεκριμένα κάνει λόγο για μια γάτα, ένα παπαγάλο, ένα χρυσό σκαραβαίο, δύο κατσίκια και ένα πουλί. Η ίδια η Ζατέλη έχει πει ότι προσπαθεί να δώσει φωνή στα άφωνα, τόπο στα άψυχα ή στα κατώτερα, και γι’ αυτό χρησιμοποιεί ζώα στα έργα της.



Τα διηγήματά της στο σύνολό τους είναι στοιχειωμένα από πρόσωπα και περιστατικά που η ίδια προσπαθεί να ανακαλέσει, να καταλάβει, να τα ξαναζωντανέψει για λίγο και να σωθεί απ’ αυτά. Μεγάλη βαρύτητα δίνει στο παρελθόν. Με την αφήγησή της επιδιώκει να διαιωνίζει το παιδικό και εφηβικό της μάγεμα από τους ανθρώπους και τον κόσμο. Όταν αφηγείται μια ιστορία προσπαθεί να μεταδώσει και τη μαγεία που η ίδια είχε βιώσει.



Το συναρπαστικό με την πεζογραφία της Ζατέλη είναι ότι οι αφηγήσεις της δεν παραπέμπουν σε κάτι αναγνωρίσιμο, γεγονός που σημαίνει ότι η συγγραφέας διαθέτει μια εξαιρετική πρωτοτυπία ύφους. Οι ιστορίες της έχουν λυρικά και ονειρικά στοιχεία που θυμίζουν ποίηση, ενώ, παρά την πλασματικότητα των αφηγουμένων της, τα διηγήματά της είναι άκρως πειστικά. Πουθενά δεν είδε τα όσα αφηγείται, ούτε τα πρόσωπα που στήνει. Όλα είναι δημιούργημα της φαντασίας της.



Πόσο όμως απέχει η φαντασία από την πραγματικότητα; Μάλλον ελάχιστα ή και καθόλου όσον αφορά την περίπτωση της Ζατέλη. Περιστατικά τα οποία αναφέρει η συγγραφέας, όπως δολοφονίες, αποπλανήσεις ανηλίκων, σεξουαλικές παρενοχλήσεις, αυτοκτονίες, αρρώστιες και θάνατοι, αντικατοπτρίζουν τη σημερινή πραγματικότητα. Καθημερινά βλέπουμε γύρω μας να συμβαίνουν ανάλογα φαινόμενα, χωρίς αυτό να σημαίνει φυσικά ότι δε σοκάρουν, όπως ακριβώς και στη συλλογή Περσινή αρραβωνιαστικιά.



Η Ζατέλη όμως δεν γίνεται πάντα κατανοητή, αφού με τις ιστορίες της προσπαθεί πάντα να υποβάλλει, να αφήνει μια θέση στο υπαινικτικό. Χαρακτηριστικό είναι ότι η ίδια θέλει πολύ χρόνο για να γράψει, αν και προσωπικά θεωρώ ότι ανήκει στους αυθόρμητους αφηγητές.



Τελικά πιστεύω ότι το βιβλίο αυτό, παρά το μικρό μέγεθός του, ανταμοίβει και με το παραπάνω τον αναγνώστη του με ένα ύφος και μία τεχνική που σπάνια συναντάμε. Η Ζατέλη δικαιώνει όποιον την ακολούθησε σ’ αυτή την πρώτη της απόπειρα να οικοδομήσει την φανταστική της χώρα των θαυμάτων και των ονείρων.



Μαρία Σηφάκη











------------------------------------------------------------------------------------------



Όπως ξαναέγραψα, μίλησαν γι’ αυτό όλοι, μια και δυο φορές σε κάθε έντυπο, σε βιβλιοπαρουσιάσεις και σε βιβλιοκρισίες, σε συνεντεύξεις και σε σχόλια. Κάθισα με περιέργεια να δω αν και ποιοι μίλησαν για το έργο ως λογοτέχνημα ή αν περιορίστηκαν να λιβανίζουν τη Ζατέλη σαν μύθο μιας επαρχιακής Ελλαδίτσας που αρέσκεται σε πρόσωπα και όχι σε έργα που θα αντέξουν στον χρόνο. Ιδού τι ψάρεψα:

18.6.2009 (Όλγα Σελλά, Η Καθημερινή): η Ζατέλη γράφει με το χέρι, ενώ ο υπολογιστής δεν ταιριάζει στον χώρο-της.

18.6.2009 (Ελπίδα Πασαμιχάλη, Ελεύθερος Τύπος): ο αριθμός επτά στοιχειώνει τη συγγραφέα, αφού αυτή γεννά σαν ελαφίνα κάθε επτά χρόνια και ένα έργο.

18.6.2009 (Μανόλης Πιμπλής, Τα Νέα): ο έρωτας που γίνεται πάθος και οι αυτοβιογραφικοί απόηχοι που αντιλαλούν μέσα στο έργο-της.

18.6.2009 (Ναταλί Χατζηαντωνίου, Ελευθεροτυπία): η μεταφυσική του αριθμού 7 και το λογοτεχνικό-της σύμπαν, όπου ο ρεαλισμός συνυπάρχει με το απρόβλεπτο. Τα τρία μέρη του μυθιστορήματος αφορούν τη σύναξη νεκρών και ζωντανών από το προηγούμενο έργο-της, τη «δίδυμη» αδελφή / φίλη της Λεύκας και την παιδική ηλικία της ηρωίδας.

21.6.2009 (Νίκος Μπακουνάκης, Το Βήμα): το νέο έργο της Ζυράννας δεν είναι καινούργιο αφού εντάσσεται στον μυθιστορηματικό-της κόσμο, τον οποίο δουλεύει χρόνια τώρα. Τα έργα-της ξεφεύγουν από την επικαιρότητα, γίνονται κλασικά, στηρίζονται στα όνειρα και στις χιλιάδες σημειώσεις-της που τροφοδοτούν την αφήγησή-της.

Όλα τα παραπάνω σημειώματα γράφονται με βάση τη συνέντευξη τύπου που έδωσε η ίδια η συγγραφέας και στηρίζονται στα προηγούμενα βιβλία-της, αφού κανείς ως τότε δεν είχε προλάβει να διαβάσει το νυν έργο-της. Αναφέρονται πιο πολύ –πέρα από τις πρώτες επισημάνσεις για το «Πάθος»- στον μύθο της Ζατέλη και στην αχλύ που τυλίγει το όνομά-της.

4.7.2009 (Μικέλα Χαρτουλάρη, Τα Νέα): «Η Ζυράννα Ζατέλη χρειάστηκε τριάντα χρόνια για να αισθανθεί έτοιμη να αγγίξει το θέμα της αιμομιξίας … Έχουμε ένα ανείπωτο μυστικό, δυο δυνατούς βασικούς χαρακτήρες, γήινους αλλά και άπιαστους, και γύρω τους μερικά ακόμη γοητευτικά πρόσωπα- όσα χρειάζονται για να φωτίσουν τους δύο πρωταγωνιστές και τις εμμονές τους. Στο φόντο η μεταπολεμική Μακεδονία σε μια εποχή όπου οι θρύλοι επιβιώνουν (για λίγο ακόμα) στην καθημερινότητα των ανθρώπων, σε μια εποχή όπου τα ζώα έχουν ψυχή και η φύση «μιλά» με τα σημάδια της, σε μια εποχή όπου τα σπίτια έχουν «βουή και ήσκιους». Σε μια εποχή που ο παλιός κόσμος δεν έχει ακόμα προσαρμοστεί στις καινούργιες συνθήκες».

16.7.2009 (Κωστής Παπαγιώργης, Lifo): ο αναγνώστης θέλει λίγες σελίδες για να ξεπεράσει τις όποιες ενστάσεις του και να προσχωρήσει στη ζατελική κοινότητα με ενθουσιασμό. Θέμα της αφήγησης είναι το αίμα, κάθε νέος τοκετός προϋποθέτει και έναν θάνατο, κι όλα αυτά χωρίς τη σκιά της φολκλορικής ηθογραφίας αλλά με τον παλμό ενός πολύχρωμου υδροβιότοπου.

17.7.2009 (Λίνα Πανταλέων, Ελευθεροτυπία): “Το μυστικό που η έφηβη γράφουσα περιφρουρεί μέσω κρυπτογραφιών, δεν είναι μόνον ο έρωτας για τον «ανομάτιστο», τον θάνατο, αλλά και ο ακατονόμαστος έρωτας για τον παππού της, τον Τριαντάφυλλο”

18.7.2009 (Λώρη Κέζα, Το Βήμα): “Οι προβληματισμοί και τα θέματα δεν ακολουθούν ούτε επηρεάζονται από την επικαιρότητα, τα λογοτεχνικά κινήματα, τη θέση στα ευπώλητα, τις γεωγραφικές αποστάσεις. Καταθέτει ξανά ένα υπαρξιακό μυθιστόρημα, εμπλουτισμένο με λαϊκές δοξασίες, μυθολογικές προσαρμογές, όνειρα και παραλογισμούς.”

Πουθενά δεν διάβασα κάτι αρνητικό, πουθενά μια κάποια επιφύλαξη, λες και όλοι σαν μύγες πιάστηκαν στον μαγικό ιστό της αράχνης-Ζατέλη και παρέλυσαν μέσα στη γλυκιά νάρκωση της γραφής-της. Αν εξαιρέσει κανείς το απωθητικό μέγεθος που κάνει την ανάγνωση Γολγοθά, ούτε κι εγώ μπόρεσα να βρω κάτι αρνητικό –εκτός αν πω ότι δεν μου αρέσει αυτή η ατελεύτητη πορεία μέσα στη γραφή. Έτσι μάλλον ο αναγνώστης που θα μυηθεί στο έργο της συγγραφέως, προφανώς προετοιμασμένος, ή παραδίδεται ή παραιτείται, χωρίς να μπορεί να αρθρώσει μιλιά.



Πατριάρχης Φώτιος














Η ΠΡΩΤΗ ΗΔΟΝΗ, και μάλιστα στον κρόταφο, είναι μια φράση που με ακολουθεί από χρόνια, που την βρίσκω σε διάφορα παλιά μου σημειωματάρια -κυκλωμένη συνήθως από κοκκινα τοξάκια: μην ξεχαστεί! μην ξεχαστεί- και εξακολουθώ να την περνάω και στα νεώτερα, μέχρι να δικαιωθεί αυτή η αφανής επίμονη πορεία της, η μετάγγιση από χαρτί σε χαρτί.



Στην σκάλα ήταν πάντα εκείνην την παλιά ξύλινη σκάλα στο πατρικό μας, την εσωτερική, που όταν την ανέβαινα ή την κατέβαινα και πριν καλά καλά φτάσω στην μέση, από το σούρουπο ιδίως και μετά, όλα άλλαζαν: μια σκιά έβγαινε και με κυνηγούσε και τσακιζόμουν να ξεφύγω, να πηδήσω όπως όπως τα υπόλοιπα σκαλιά πριν με πιάσει! Ούτε ουρά αλόγου να φύτρωνε στα ξαφνικά από πίσω μου και να την κοίταζα πως κάνει από δεξιά κι αριστερά για να μου δώσει μια στα μούτρα, ούτε τότε δεν θα λαχτάριζα τόσο όσο μ' εκείνην την αόρατη πανίσχυρη σκιά. Πως έπαιρνε όγκο απ' το τίποτα, θρόιζε ή κλαψούριζε, θορυβούσε υπόκωφα... Και παρατρίχα δεν κατάφερνε τον σκοπό της, να με τραβήξει απ' το πόδι, απ' τα μαλλιά, γλύτωνα πάντα την τελευταία στιγμή, την πολύ τελευταία, αν και ακόμα ο νους μου έπλαθε την συνέχεια, αυτό που δεν πρόφτασε να συμβεί κι ασφαλώς μετά απ' αυτό δεν είχε άλλο.

«Α-μα δουλειά...» μουρμούρισε μια θεία μου που της είχα ιδιαίτερη αδυναμία, αδελφή του πατέρα μου, και μόνο σ΄ εκείνην το εκμυστηρεύθηκα μια μέρα. «Και γιατί δεν την τρομάζεις κι εσύ να σ' αφήσει ήσυχη, τι χαζά είναι αυτά, τι σε πέρασε;» με ρώτησε, λες κι ήταν στο χέρι μου να 'ρθω σε συνεννόηση με μια σκιά, ένα μόρμορο. Έπειτα, μιλώντας για την σκιά έτσι η θεία, σαν να μιλούσε για άνθρωπο που δεν στέκεται στα καλά του, μ' έκανε να αισθανθώ πως δεν το είχε πάρει στα σοβαρά. Κι αφού ούτε αυτή, η πιο συμπονετικιά απ' το σόι, δεν μπορούσε να με βοηθήσει, να πει μια γλυκειά κουβέντα, να μου εξηγήσει, τι ελπίδα είχα να το εξομολογηθώ και στους άλλους. Το φύλαξα για μένα, το περνούσα μόνη, ζόρι μεγάλο κάθε φορά. Και πόσο να 'μουν τότε, έξι ετών; επτά; το πολύ εννέα;... Τέλος πάντων, σαν να λέμε εννιά ημερών ο κόσμος, στο ξεκίνημα των καιρών.

Και μετά από σαράντα χρόνια όμως, βάλε πόσες χιλιάδες μερόνυχτα, αδυνατώ να δώσω μιαν απάντηση ως προς το πότε έγινε η αρχή μ' εκείνον τον φόβο, πόσο κράτησε, τι τον γέννησε. Κάτι σαν ο θάνατος ήταν, ένα τέτοιο πράγμα, που παραφύλαγε να μου κόψει τα ήπατα κι ύστερα πάλι μ' άφηνε. Για να ξανάρθει, να ξαναφύγει... και πάντα έμοιαζε μια πρώτη φορά, δεν είχε παρελθόν αυτή η ιστορία. Κι ούτε γινόταν ν' αποφύγω να περνώ την σκάλα που ένωνε το κάτω με το επάνω πάτωμα. Μ' έστελναν για θελήματα επάνω, να πάω αυτό, να φέρω εκείνο, ήμουν στο σπίτι η μικρότερη, τα βράδια εκεί κοιμόμασταν, εκεί μου παραχωρήθηκε κι ένα παράμερο δωμάτιο βορεινό να φτιάχνω τα μαθήματά μου από τις πρώτες ως τις τελευταίες τάξεις του σχολείου. Μα ήταν, ναι, από το σούρουπο και μετά ήταν που ξεθάρρευε η σκιά κι η σκάλα περνούσε για χάρι μου σε άλλα χέρια.

Στο μεταξύ, επειδή έπρεπε να μαθαίνω να κάνω και δουλειές στο σπίτι, κανονικές δουλειές κι όχι απλά θελήματα, με βάλανε μια μέρα οι μεγαλύτερες αδελφές μου να σφουγγαρίσω αυτήν την σκάλα, να την τρίψω καλά με την βούρτσα κι από πάνω ένα δεύτερο χέρι με καθαρό υγρό πανί. Δεν θυμάμαι τι εποχή ήταν, όχι αναγκαστικά κατακαλόκαιρο. Σήκωσα τα μανίκια, έδεσα πίσω τα μαλλιά μου κι άρχισα να τρίβω, να τρίβω... κι όταν κόντευα πια στα χαμηλότερα σκαλοπάτια, με το νερό στον κουβά να 'χει μαυρίσει, ένοιωσα ξαφνικά να κυλάει στον κρόταφο μου μια σταγόνα ιδρώτα, πράγμα που με ανάγκασε να σταθώ ακίνητη, ενεά και συγκλονισμένη, ως να επρόκειτο για ροή αίματος στο πιο απίθανο -ή μάλλον πρόσφορο- σημείο του προσώπου: ίδρωνα για πρώτη φορά, ίδρωνα λοιπόν «σαν τους μεγάλους», στάθηκα άξια. Το βίωσα σαν υπέρτατη τιμή και ηδονή, αληθινή εμπειρία, και μάλιστα -τι σκέψη γέννησε ένα σταγονίδιο, τι θαρρετή υπόνοια- ήταν λέει η σκιά που μου 'κανε αυτό το δώρο, το αντίδωρο ή όπως ονομάζεται, για όλο εκείνο το μακρύ διάστημα που μόνο στόχο της είχε τα άλλα!... Άφησα την βούρτσα μες στο νερό κι ανέβηκα πίσω την σκάλα σιγά σιγά, με μιαν αβάσταχτη αδημονία και το κεφάλι γερτό στο πλάι σαν να μου σπάσαν τον λαιμό, μην τυχόν πέσει η σταγόνα απ' τον κρόταφο και δεν προλάβω να την δω και στον καθρέφτη.

Δεν θα μπορούσα πλέον να πω τι είδα στον καθρέφτη όταν έφτασα, αν κατάφερα να διακρίνω κάτι, μάλλον θα στέγνωσε η σταγόνα μέχρι ν' ανέβω ένα ένα τα σκαλιά, χώρια που είναι άβολο το κοίταγμα σ' εκείνο το σημείο του προσώπου χωρίς να στραβωθείς. Δεν έχει όμως σημασία, αυτό που ήταν να συμβεί συνέβη κι η πρώτη ιστορία που παρακινήθηκα να γράψω ήταν τότε, το πρώτο ατόφιο σκίρτημα, ένας αλλοπαρμός από νεύματα, πλέγματα, καταφανή και ανεξιχνίαστα, που έμελλε να στοιχειώσουν την κροταφική μου χώρα και να τροφοδοτήσουν «γη κι ουρανό» της γραφής μου.

(Η πρώτη πάντως ιστορία χάθηκε, είναι η σκιά που μ' ακολουθεί)











Η ΖΑΤΕΛΗ ΕΞΟΜΟΛΟΓΕΙΤΑΙ

ΖΥΡΑΝΝΑ ΖΑΤΕΛΗ «Ηδονή στον κρόταφο»

(εκδ. Καστανιώτης)



Η ΖΥΡΑΝΝΑ Ζατέλη δεν σηκώνει κεφάλι αυτόν τον καιρό, γράφει. Οπως άλλωστε ομολογεί σ' ένα από τα κείμενα του νέου, μη μυθοπλαστικού βιβλίου της «Ηδονή στον κρόταφο», με την κακοκαιρία ανοίγει η καρδιά της: «Ξεκινάει η μέρα μουντή και βουρκωμένη κι εγώ έχω πανηγύρι εδώ μέσα, ανάβω τα αρωματικά λιβάνια μου, ανάβω και μια δεκαριά ρεσό μέσα σε κόκκινα και μπλε ποτηράκια, υπόθεση μυσταγωγίας δηλαδή, μια τελετουργική απομόνωση μπροστά στη γραφομηχανή μου, όποιος κι αν είναι ο απολογισμός στο τέλος της ημέρας...».



Δεν την επηρεάζει άραγε η περιρρέουσα πολιτική ατμόσφαιρα; Τι θα είχε να πει για όσα συμβαίνουν στην ποικιλοτρόπως χρεοκοπημένη Ελλάδα; Το αίτημά μας για συνέντευξη το απέρριψε ευγενικά. Η αλήθεια όμως είναι πως στις σελίδες της «Ηδονής...» βρίσκει κανείς απαντήσεις για χίλια δυο άλλα που την αφορούν ως άνθρωπο και ως συγγραφέα. Στο καινούριο της βιβλίο συστεγάζονται οχτώ παλιότερα κείμενά της, γραμμένα συνήθως κατά παραγγελία, δημοσιευμένα μεταξύ 1998-2010 σε εφημερίδες ή σε άλλους συγκεντρωτικούς τόμους, καθώς και το «Ο δικός της αέρας», το αφιερωμένο στην πόλη της Θεσσαλονίκης, που το 2006 είχε κυκλοφορήσει αυτόνομα από τον «Ιανό». Ανάμεσά τους, η μαρτυρία της από τη γνωριμία της με τον Αντώνη Σαμαράκη, η εισήγησή της σε εκδήλωση του Μεγάρου Μουσικής σχετικά με τις συγγραφικές εμμονές της, όπως και αφηγήσεις γύρω από τη σχέση της με το τσιγάρο ή για την άρνησή της, στην εποχή του κομπιούτερ, ν' αποχωριστεί την αγαπημένη της γραφομηχανή. Σε όλα δε τα κείμενα η Ζατέλη μιλάει σε πρώτο πρόσωπο, με εξομολογητική διάθεση, είτε αναφέρεται στα παιδικά της χρόνια, είτε στους έρωτές της, είτε στα ίδια της τα γραπτά.



Να την λοιπόν κοριτσάκι στο Σοχό, εργαζόμενη καλοκαιριάτικα στα χωράφια με τα καπνά, να την έφηβη ν' ανεβοκατεβαίνει στη Θεσσαλονίκη κρυφά απ' τους δικούς της, να την παραμονές των εισαγωγικών εξετάσεων στη Φιλοσοφική ν' ακολουθεί στη Γερμανία τον πρώτο μεγάλο νεανικό της έρωτα... Ενα πακέτο «Σαντέ» της δίνει αφορμή να καταγράψει τις ευεργετικές συνέπειες του καπνού στις συναναστροφές της, η θέα μιας εμπορικής πινακίδας είναι αρκετή για ν' ανακινήσει μέσα της αναμνήσεις από τον πατέρα της, στιγμιότυπα που τη «γλυκομαχαιρώνουν». Σ' όλη την έκταση του βιβλίου υπάρχουν διάσπαρτες εικόνες από διάφορες φάσεις της ζωής της, μαζί μ' αναφορές σε συγγραφείς και ήρωες που τη σημάδεψαν, σε αναγνώστες που την ενθάρρυναν, σε φίλους που της στάθηκαν και, φυσικά, στα σημάδια, τα «ψυχανεμίσματα» και τις συμπτώσεις που έμελλε να περάσουν στο λογοτεχνικό της έργο.



Η «Ηδονή στον κρόταφο» θα μπορούσε κάλλιστα να διαβαστεί σαν έργο μυητικό στην «κουζίνα» της συγγραφέως, ενισχυτικού μεν του μύθου που την περιβάλλει, αλλά και αρκούντως διαφωτιστικού για την πιο πεζή, την πιο γήινη πλευρά της. Οποιος νομίζει πως η Ζατέλη δεν αυτοσαρκάζεται, κάνει λάθος. «Τι κεραμίδα, Κύριε, τι κεραυνός εν αιθρία!» γράφει, ανακαλώντας τη στιγμή που πληροφορήθηκε τι είδους... κειμήλιο ήταν τελικά η περίφημη μακριά κοκάλινη πίπα, σήμα κατατεθέν της ίδιας σε άφθονες φωτογραφικές πόζες τις περασμένες δεκαετίες: «Ηταν η σύριγγα από ένα παλιό οικογενειακό κλύσμα!»





Θέλω να εξομολογηθώ οτι για πρώτη φορά την είδα στην τηλεόραση. Με μάγεψε. Ο τρόπος που σκέφτεται, ο τρόπος που μιλά, που ζει, που γράφει.



Οπως γράφει η Άντρια



"Η Ζυράννα Ζατέλη δεν είναι μια ακόμα συγγραφέας. Είναι μια κατηγορία από μόνη της. Τα γραπτά της αντιπροσωπεύουν απόλυτα την ίδια της την εικόνα.  Σε μαγνητίζουν ακόμα κι αν σε ανατριχιάζουν ελαφρά.. σε καθηλώνουν να ασχοληθείς μαζί τους γιατί δεν υπάρχουν όμοιά τους και κερδίζουν τις εντυπώσεις και την παραδοχή όλων των αναγνωστών είτε τους αρέσουν οι ιστορίες της, είτε όχι. Και αυτό γιατί η γραφή της είναι άψογη, αριστοτεχνική από κάθε άποψη.



Δεν ξέρω να πω, αν είμαι πιο πολύ εντυπωσιασμένη από την ίδια τη Ζατέλη ή από το γράψιμό της. Όλα άρχισαν όταν κυκλοφόρησε το νέο της βιβλίο (το δεύτερο μέρος μιας τριλογίας) με τίτλο “Το Πάθος χιλιάδες φορές” και έγινε ένας μικρός χαμός στα blogs. Κι εγώ κατά την προσφιλή μου συνήθεια ξεκίνησα να ερευνώ περί τίνος πρόκειται κι αν η συγγραφέας που ως τότε αγνοούσα, αξίζει τον ντόρο που γίνεται γύρω από το όνομά της.



Και αρχίζω να διαβάζω κάτι μαγικά πράγματα. Πως γράφει ένα βιβλίο κάθε εφτά χρόνια με το ρυθμό που γεννούν τα ελάφια. Φοράει πάντα μωβ ρούχα και ζει μόνη της σε ένα σπίτι γεμάτο από κάθε λογής μικροσκοπικά, πρωτότυπα, παράξενα αντικείμενα. Κάνει υπέροχη συντροφιά με τις γάτες της που υπεραγαπά και ταξιδεύει συνεχώς με τραίνα και λεωφορεία σε όλο τον κόσμο κρατώντας σημειώσεις στο μπλοκ της με μωβ στυλό. Δεν διαθέτει κινητό και υπολογιστή και γράφει πάντα σε γραφομηχανή τα οχτακοσασέλιδα μυθιστορήματά της. Είναι λεπτεπίλεπτη. Τρώει σαν πουλάκι και σχεδόν αποκλειστικά  ένα σάντουιτς με πτι μπερ και λουκούμι που το λέει “πλακωτό”  ενώ οι συνδαιτυμόνες της τρώνε και πίνουν πλήθος εδεσμάτων. Είναι σαν νεράιδα της νύχτας. Σαν ξωτικό βγαλμένο από δάσος παραμυθιού. Ξετρυπώνει κάθε εφτά χρόνια να καταθέσει ένα βιβλίο θησαυρό από τη φαντασία της και μετά χάνεται πάλι. Κι είναι τέτοια η μορφή της και ο μύθος που την περιβάλλει που όταν τα διαβάζεις αναρωτιέσαι..είναι όντως από τη φαντασία της όλα αυτά ή μήπως τα ζει? Έχω δει να χρησιμοποιούν τη φράση “ζατελικό σύμπαν”  και είναι πράγματι πολύ εύστοχη.  Εκεί που διαβάζεις για πραγματα ανθρώπινα, αρχίζουν να συμβαίνουν τρελά πράγματα. Οι ήρωές της ζουν σε έναν δικό τους σύμπαν όπου όλα μπορούν να γίνουν.



Διάβασα πρώτα το μυθιστόρημα που έγραψε το 1993 “Και με το φως του λύκου επανέρχονται”. Είναι ο,τι πιο παράξενο έχω διαβάσει ως τώρα..Είμαι τόσο μαγεμένη γιατί μου άφησε μια πολύ περίεργη αίσθηση..όχι σαν να διάβασα ένα βιβλίο αλλά σαν να έβλεπα ένα όνειρο σε συνέχειες. Μου ξυπνούσε το ασυνείδητο, το ένιωθα πολύ έντονα. Ακόμα και τα όνειρα που έβλεπα αυτό το διάστημα ήταν σεναριακά πολύπλοκα. Με το που τελείωσε αγόρασα τα επόμενα 2. Καλά που την ανακάλυψα τώρα κι έτσι έχω μπόλικο υλικό να διαβάσω. Οι φανατικοί αναγνώστες της το φέρουν βαρέως που πρέπει να περιμένουν 7 χρόνια ώσπου να βγει το επόμενο έργο της. Είναι κι αυτό μέρος της μαγείας της όμως.



Δεν θα προτείνω να διαβάσετε τα βιβλία της. Είναι τεράστια, πολύπλοκα, γραμμένα με πολυτονικό σύστημα και μικρή γραμματοσειρά.Γεμάτα από τη φύση, την ελληνική ύπαιθρο,θανάτους, έρωτες και μεταφυσικά στοιχεία. Μπορεί εγώ όπως και πολλοί πολλοί άλλοι να τα βρίσκω συγκλονιστικά, αλλά δεν θα τα δώριζα ούτε θα τα πρότεινα αν δεν ήμουν σίγουρη πως ο παραλήπτης θα μαγευτεί εξίσου.  Κάποιος σχολιαστής της έλεγε “Είναι τέτοια τα βιβλία της που δεν χρειάζεται να τα ψάξεις για να τα διαβάσεις, αν είναι να συμβεί, θα έρθουν αυτά να βρουν εσένα”



Αν είναι γραφτό λοιπόν, θα έρθουν και σε σας. Εγώ απλά δηλώνω ευτυχής που την ανακάλυψα.."



Πήρε κάθε λέξη από το δικό μου στόμα και τις έπλεξε στο κείμενο που μια χαρά θα ήταν δικό μου. Με εκφράζει η κάθε λέξη, το κάθε νόημα, γι αυτό και το παραθέτω αυτούσιο!



Ενα δείγμα του λόγου της από μια συζήτηση με την Ευγενία Φακίνου στο Βήμα το 2004



"Από μικρή είχα μια στενή σχέση με την "κρυμμένη ζωή" του ύπνου. Από ένστικτο, μα και χάρη σε μια υπερήλικη γιαγιά μου ή στην ίδια τη μάνα μου – κυρίως όταν γέρασε κι αυτή -, που συχνά με ρωτούσαν τι όνειρα είδα τη νύχτα που πέρασε. Τα άκουγαν σαν να τα διάβαζαν, σχολίαζαν κάτι ή και τίποτα, πάντως μου κληροδότησαν αυτή τη συμπάθεια ή το δέος για τα όνειρα. Ό,τι κι αν γίνει, έλεγα – και το λέω ακόμα -, εγώ το βράδυ θα ονειρευτώ, θα "φύγω". Είναι για μένα η πιο οικεία, η πιo προσφιλήs terra incognita. Πολλές φορές, όταν έρχομαι σε αδιέξοδα, κυρίωs αναφορικά με το γράψιμο, έχω την αίσθηση πωs θα βοηθηθώ – έμμεσα βέβαια, υπαινικτικά – από κάποιο όνειρο. Και σπανίως διαψεύδομαι. Επωφελούμαι από τουs "τρόπους" του ονείρου, όπως επωφελείται κανείς από έναν καλό δάσκαλο που διαπρέπει στην αφάνεια. Εδώ που τα λέμε, είναι η πιo αναφαίρετη ταυτότητά μαs."







Ό,τι έπαθα στην εφηβεία μου ακούγοντας τα τραγούδια του Σαββόπουλου -εκείνο το ζωογόνο αλάφιασμα, ο συγκλονισμός, τόσο διαφορετικό ένα πράγμα και τόσο ευπρόσδεκτο- το έπαθα ως δυο και τρεις φορές έφηβη όταν άκουσα Θανάση Παπακωνσταντίνου. Τι τραγούδια είναι αυτά, σκέφτηκα, από πού μας έρχεται μια τέτοια πανδαισία! Οι στίχοι του μαχαιράκια που κεντάνε, αστραφτεροί και χθόνιοι, φοβιστικοί και παιχνιδιάρικοι, ικανοί να σε τινάξουν πέρα, να ψάχνεσαι, ή πάλι να κοιτιέσαι με τον εαυτό σου σαν τώρα να μαθαίνεις τη ζωή. Γιατί κατέχει το μυστικό ο Θανάσης κι έχει όλη τη φυσική άνεση και τη γενναιοδωρία να δείχνει στους ανθρώπους αυτό που κουβαλούν ισόβια και σπάνια το βλέπουν: την ψυχή τους. Διαβάζει τη μέσα αντάρα μας και τη μεταγράφει, όλα τα άπιαστα και ακατάλυτα, και είτε θεός τον συντρέχει σ’ αυτό είτε διάβολος είτε δεν ξέρω ποιος ευφυής αλήτης, ευλογημένος να ’ναι.



Ευλογημένες και οι χοϊκές καταβολές του βέβαια, ό,τι πιο μυστηριακό εν τέλει, δηλωτικό και ανεξιχνίαστο στη δημιουργική του παλαίστρα. Είναι αστέρι ο άνθρωπος, κανονικό ορυχείο. Κάθε φορά που ακούω ένα τραγούδι του με πιάνει μια γλυκιά φρικίαση μέσ’ από κείνα τα ζαλιστικά όργανα που σου ρουφάνε το μυαλό, τα μινυρίσματα, τα γαβγητά, τους γόους, τα εμπαιχτικά τσαλίμια. Τι άλλο μας ετοιμάζει, λέω, αυτός; Πού το πάει; Από πού θα μας τη φέρει πάλι;



Παίζει με το κεφαλάκι μας; Και περιμένω το επόμενο ωσάν να περιμένω κώνειο, που θα το ευχαριστηθώ.



Προσωπικά, δεν γνωριζόμαστε, μα, πάντως, αδερφέ Θανάση, άμα πεθάνω πρώτη -και θα ’μαστε ακόμα νέοι, μην ανησυχείς, γιατί την ηλικία μας τη γράφουμε, αλλά δεν την πιστεύουμε-, θέλω να έρθεις με όλη τη μέσα συνοδεία σου και να μου τραγουδήσεις εκείνο το τραγούδι όπου «το πιο γλυκό βιολί το παίζει...» ξέρεις ποιος˙ τα παιδιά τον λένε -ά-ατο





-----------------------------------------------------------------------



Η Ζυράννα Ζατέλη για τις γάτες της...

Τετάρτη, 08 Οκτώβριος 2008 13:14

E-mail Εκτύπωση PDF





(ΦΩΤΟ: ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΜΑΡΙΑΝΟΥ)



Η Ζυράννα Ζατέλη για τις γάτες της... μυθιστορηματικές και μη...



Η Σέρκα είναι βασιλοκόρη εδώ μέσα, με φιλοξενεί στο σπίτι μου, στο κρεβάτι μου, μόνο στο τραπέζι όπου γράφω μπορώ να πω ότι, ακόμα, εγώ την φιλοξενώ. Αλλά μπορεί μια μέρα ν’ αρχίσει αυτή να γράφει κι εγώ να γίνω γάτα!






Η Σέρκα είναι αρχοντογεννημένη, από μητέρα Περσική και πατερούλη προλετάριο, είναι κομμάτι ντίβα, αλλά κυρίως είναι σοφή, στοχαστική, πλήρης μαγνητισμού. Αυτά τα κεχριμπαρένια ολοστρόγγυλα μάτια!... Και τ’ άγρια βάθη που κοιτάει δεν τα χωράει ανθρώπου νους, όπως λέει και το τραγούδι. Συχνά μου δίνει την αίσθηση πως είναι μια τέλεια κουκουβάγια μεταμορφωμένη σε τέλεια γάτα.






Η Ζαΐρα πήρε το όνομά της από το «Ζαΐρα, θα ’ρθω να σε κλέψω κάποια βραδυά». Πάντα μου άρεζα αυτό το όνομα, κι αφού δεν έχω κόρη ή βαφτισιμιά, είπα να το δώσω στην γάτα μου. Της πάει, είναι τσαχπίνακαι μαζί συνεσταλμένη, και παιχνιδιάρα μέχρις απελπισίας. Αυτές οι τρίχρωμες γάτες, που οι Γάλλοι τις λεν «ισπανικές γάτες», οι δε αρχαίοι Κινέζοι τις θεωρούσαν πολύ τυχερές. Ότι δηλαδή φέρνουν τυχερό στο σπίτι, κάτι που θυμάμαι κιαπ’ την γιαγιά μου την Αγγελική. Θα την έπαιρνα ακόμα κι αν μου έλεγαν πως φέρνει ατυχία. Μια φίλη μου την έφερε, την βρήκε στο δρόμο, έτοιμη να βγει στη λεωφόρο Μεσογείων, και μου την έφερε. Ένα γατάκι τριάντα ημερών, σκελετωμένο, κατατρομαγμένο, καταπεινασμένο... Έμοιαζε μ’ ένα μεγάλο έντομο πάνω σε τέσσερα ψηλά πόδια, με αυτάκια τεράστια που φέγγιζαν και υγρά λυπημένα μάτια. Μπορούσα να την αρνηθώ λοιπόν; Να την στείλω αλλού;







Ο Μάρκος ήταν ένας ωραίος μοιραίος γάτος, βαθυκίτρινος, αρχοντικός, ένας κεραμιδόγατος ράτσας θα έλεγα, που ζούσε ανάμεσα στο μπακάλικο του πατέρα μου και στο σπίτι μας, όχι μακρυά το ένα από το άλλο. Όντως λοιπόν στα παιδικά μου χρόνια, αρχές της δεκαετίας του εξήντα, τον είχα αρραβωνιαστεί –μες το κεφάλι μου εννοώ, δεν αλλάξαμε δα και βέρες–, και όντως σπάραξα στο κλάμα και ρημάχτηκα όταν χάθηκε με τον φρικτότερο τρόπο: τον πάτησε ένα αυτοκίνητο. Και κάποια στιγμή αργότερα, χωρίς ακριβώς να το αποφασίσω, βγήκε όλο αυτό σε ιστορία, με καλαμάρι και χαρτί. Και κάπως έτσι μπήκα στον στίβο της λογοτεχνίας, αρραβωνιασμένη μ’ έναν γάτο. (Αποσπάσματα απο τη συζήτηση της Ζυράννας Ζατέλη με τον Κώστα Ακρίβο στο περιοδικό Κηρήθρες, Άνοιξη-Καλοκαίρι 2008) 






--------------------------------------------------------------


Ο χορός του θανάτου

Γράψει η Δανάη Κουλμάση

Η μεταφράστρια της Ζυράννας Ζατέλη στα γερμανικά Δανάη Κουλμάση «διαβάζει» μέσα από το ευρωπαϊκό ρομαντικό πρίσμα το καινούργιο μυθιστόρημα της συγγραφέως «Με το παράξενο όνομα Ραμάνθις Ερέβους, Ο θάνατος ήρθε τελευταίος»



Και με το φως του Χάρου. Εδώ οι πρόγονοι, εδώ και οι απόγονοι, λέει η Τίκα, η μάνα του «ξενεχωτή», που πλένει τα οστά των πεθαμένων, τα στεγνώνει και μετά καπνίζει αντικριστά με τα κρανία τα τσιγάρα της.

Σκηνή νεκροταφείου, σαιξπηρικά εικονοπλαστική: ο ζατελικός απόκοσμος κόσμος σε όλη του τη δόξα. Και ο ζατελικός λόγος. Συμπυκνωμένος σε μια φράση που φιλοδοξεί να καταδείξει το αποκλειστικό «προνόμιο» του ανθρώπου: τη συνείδηση της πεπερασμένης και έρμαιης στην τύχη ύπαρξης του. Εδώ λοιπόν οι πρόγονοι, εδώ και οι απόγονοι. Θυμοσοφίες τετριμμένες - όλοι μια μέρα θα πεθάνουμε. - αντικαθίστανται από πρωτάκουστες. Είναι και αυτό από τα χαρακτηριστικά της ζατελικής γραφής, πρωτάκουστα σοφά λόγια εκ στόματος απλών πλην υποψιασμένων ανθρώπων. Όπως εδώ της Τίκας ενώπιον της καθημερινότητας του θανάτου.

Και με το φως του Χάρου επανήλθαν. Κάπου προς το τέλος του βιβλίου διαβάζουμε και αυτό. Στο δεύτερο μυθιστόρημα της Ζυράννας Ζατέλη το φως του Λύκου γίνεται φως Θανάτου. Και δεν είναι βέβαια τυχαίο το «παράξενο όνομα» του τίτλου Ραμάνθις Ερέβους. Η ίδια το μεταποιεί στις συνεντεύξεις της ερμηνευτικά σε «Φωτεινή» Ερέβους. Επιμένει άρα στο φως τόσο όσο και στο σκότος. Επιμένει κυρίως σε μια μυθοπλασία όπου, μέσα στο αντιθετικό αυτό σύμπαν, το δέος οφείλει να λειτουργεί ει δυνατόν αδιάκοπα. 'Οχι γιατί στο μυθιστόρημα αυτό δίνει σταθερά τον θάνατο σε όλα σχεδόν τα πρόσωπα πσυ πλάθει αλλά γιατί τους δίνει με τον τρόπο αυτόν ζωή εξαίρετη - στην πρωταρχική έννοια της λέξης.

Αυτά για να προλάβουμε την παρεξήγηση. Πράγματι, ο θάνατος εδώ θερίζει. Το βιβλίο όμως είναι βιβλίο ζωής, ένα βιβλίο της αγάπης και του θανάτου. Συγκλονιστικό.

Η μεσαιωνική Δύση λάτρεψε μια παράδοση κατ' εξοχήν δική της, την παράδοση του «Χορού του Θανάτου» (Totentanz, Danse de la Mort). Σε καθεδρικούς ναούς και σε μοναστήρια, σε χειρόγραφα και βιβλία, παντού στήνονται οι μακάβριοι συρτοί των μελλοθάνατων. Γέροι, παιδιά, ρήγες, ζητιάνοι, κουρτιζάνες και καλόγριες και οι τρελοί με τα κουδούνια. κι ο Χάρος-Σκελετός να χοροπηδά μπροστά τους με άσεμνες φιγούρες, να παίζει το σουραύλι του και να τραγουδά για να τ' ακούσουν όλοι οι ζωντανοί: «Όλοι θα μπείτε σε τούτον το χορό».

Τι γαϊτανάκι ήταν αυτό, τι πανηγύρι θανάτου, λέει και η Ζατέλη σ' ένα από εκείνα τα ξαφνιάσματα της, εκστατική ενώπιον της πλοκής που η ίδια έχει υφάνει - ή βάζει έναν ήρωα της ν' απορεί: «Τίνος φαντασία τα κάνει αυτά;». Οι μεσαιωνικές παραβολές και τα κηρύγματα της Δΰσης απέχουν πολύ από το να είνάϊδΰσια-στικά συγκρίσιμα με τις εικόνες και τις βλέψεις ενός σύγχρονου λογοτεχνικού έργου - αν και υπόκωφες σημασίες μας φέρνουν και εδώ, υπαινικτικά, στα όρια της αλληγορίας.

Η σύγκριση όμως μας βοηθά να καταλάβουμε αυτό το διαφορετικό γαϊτανάκι, τη λάμψη που μας επιφυλάσσει το Ραμάνθίς Ερέβους. Συγκεκριμένα, ο θάνατος στη Ζατέλη έρχεται, βίαιος ή γλυκός, απρόσμενος ή αργός, πάντα με μεγαλείο τραγικό. Δεν ενεργοποιείται χάριν ενός σκοπού. Δεν προκαλεί ηδονοβλεπτική αγωνία. "*)< Το «ματαιότης ματαιοτήτων» δεν κατισχύει του βίου. Δεν υπάρχει απειλή για να ρδγϊξουν'οΐ καρδιές - ραγίζουν όταν έρχεται -, για να θολώνουν τα μυαλά - σαλεύουν κάποτε όταν έρθει. Δεν υπάρχει τρόμος. Υπάρχει δέος. Το οποίο, όπως είπαμε, οφείλει να λειτουργεί αδιάκοπα, γιατί η Ζατέλη θέλει και ξέρει να δένει μέσα στην απόλυτη παραδοχή, στην απόλυτη οδύνη, τα φυσικά και τα δικά μας, τα ψυχικά φαινόμενα με τα μεταφυσικά. Εκεί το στίγμα της.

Ο καθαγιασμός των πάντων

Στο οπισθόφυλλο της έκδοσης διαβάζουμε την εντυπωσιακή φράση: «Δεν μιλάμε πλέον μόνο για Λογοτεχνία, καθότι κι αυτή με τη σειρά της συνιστά εμπόδιο». Όσο και αν διαφωνούμε με μια τόσο ριζική διάκριση μεταξύ λογοτεχνίας και αυτού που προκύπτει, αυτού που υπάρχει μέσω ακριβώς του συγκεκριμένου λογοτεχνικού έργου, δεν μπορούμε παρά να δεχθούμε ότι αυτή η ερμηνεία υπαγορεύεται από την ίδια τη «ζατελική ανθρωπότητα».

Κατ' αρχήν το περιβάλλον των ανθρώπων: στοιχεία της φύσης, σαλοί και καταιγίδες, ζώα, ακόμη και «δικέφαλα», ενωμένα στη γενετήσια πράξη, σκυλιά και ζίνες, κάργες και ζωύφια (που η εξολόθρευση τους παίρνει διαστάσεις μάχης Αί-Γιώργη με τον Δράκο), προσωποποιήσεις ριψοκίνδυνες (να δώσω φωνή στα άφωνα, τόπο στα άψυχα). Και ύστερα οι άνθρωποι, μέσα σε ένα σφιχτό - αν και στον χρόνο χαλαρό, υπομονετικό - πλέγμα από συμπτώσεις και απροσδόκητα, από συνάφειες φανερές, κρυφές ή και μυστικές, σχέσεις αγάπης, έρωτα, αθώες ή ένοχες, σχέσεις μεγάλων και παιδιών που η μαγική ζωή τους δεν ξεχωρίζει από αυτήν των ενηλίκων παρά μόνο ως επίφαση μιας ιδιαίτερης γνώσης - προφανώς της πιο αληθινής και αθώας - στη συνέχεια του βίου. Η μετουσίωση των παιδιών σε λογοτεχνικές μορφές: ένα από τα μεγαλύτερα επιτεύγματα στο έργο αυτό, σε διεθνές επίπεδο, όπως πιστεύουμε.

Πώς να μην καταφύγει κανείς στην ταλαιπωρημένη έννοια της condition humana, τον οντολογικό δηλαδή χαρακτήρα θέματος και τρόπου γραφής, όταν όλα αυτά είναι και συντελούνται χωρίς την παραμικρή προσφυγή (ουσίας ή ύφους) σε ιδεολογικής, φιλοσοφικής ή έστω ψυχολογικής φύσεως διεξόδους: ou άνθρωποι της Ζατέλη, όπως ορθά ειπώθηκε σε μια κριτική, αποτελούν «αρχέτυπα της ανθρώπινης συμπεριφοράς». Είναι μορφές επιβαλλόμενες από τον τρόπο οργάνωσης του υλικού, πρόσωπα τόσο επιβλητικά παρόντα, αλλά και τόσο ιδιόρρυθμα, που καταλήγουν να είναι άτομα.

Τη μέθεξη της στα εσώτερα του βίου η Ζατέλη την επιτυγχάνει ανά πάσα στιγμή. Έχε όμως στη διάθεση της και την ανατρεπτική της μέθεξης ειρωνεία. Ειρωνεία παρηγορητική σε καταστάσεις αφόρητες πριν και μετά τους καθαγιασμούς του πόνου. Το στοιχείο αυτό έπαιξε σίγουρα, μεταξύ άλλων, σημαντικό ρόλο στην τόσο θετική υποδοχή των Λύκων από το γερμανόφωνο κοινό και στην ενθουσιώδη στάση των βιβλιοκριτικών. Μια από τις πρώτες εμπειρίες κατά την πολύχρονη διαδικασία της μετάφρασης ήταν η διαπίστωση ότι η ίδια η γερμανική γλώσσα δεχόταν «εύκολα» το ύφος της Ζατέλη.

Ήταν κάτι σαν καλωσόρισμα που ερχόταν από μακριά, από την εποχή του «πρώιμου γερμανικού ρομαντισμού», που φυσικά δεν έχει καμία σχέση με τον ρομαντισμό υπό την έννοια άκρατης συναισθηματολογίας, αλλά που αντιμετωπίζει το πάθος και τον πόνο «σκληρά», δηλαδή με ειρωνική επίγνωση τη στιγμή ακριβώς πσιΓτα υπερυψώνει και τα καθαγιάζει. Πρόκειται λοιπόν για μια συγγενή ευαισθησία, αν και ο τρόπος γραφής της Ζατέλη δεν μπορεί φυσικά να χαρακτηρισθεί απλώς ρομαντικός, όπως δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί απλώς (μαγικά) ρεαλιστικός.

Μια ανάγνωση

Μένει άρα η προσωπική ανάγνωση. Ας πούμε κατ' αρχήν ενός βιβλίου του έρωτα. Με μορφές γυναικείες ερωτικές και ερωτευμένες, σχεδόν πάντα «άπιαστες», και κυρίως στην παιδική τους ηλικία ή στην εφηβική αινιγματικές - η Ζήνα, η Άννα και οι άλλες. Με άνδρες ακριβοθώρητους, ακριβομίλητους και μοναχικούς, κρυφά ή φανερά ερωτικούς - ο Ντάφκος, ο Σέρκας και οι άλλοι. Ένα βιβλίο με μεγάλες ιστορίες αγάπης.

Μένει η ανάγνωση ενός βιβλίου, όπως είπαμε, της ζωής. Η ζωή απεικονίζεται πιστά, ενώ αφήνει πάνω απ' όλα απορίες αναπάντητες (πώς πέθανε η μικρή Δάφνη; ποιος έφταιξε; έφταιξε κανείς;), ερωτηματικά να λειτουργούν σαν καταφάσεις, και όνειρα. Στο μεταίχμιο και αυτά: όχι ακριβώς προφητικά - και όμως κάπως έτσι. Όχι σαν αυτά του ονειροκρίτη - ή μήπως κάπως έτσι; Μάλλον ακατάλληλα για ψυχαναλυτές - και εντούτοις κάτοπτρα μιας βαθύτερης ύπαρξης που συγκροτείται και από άλλα τινά: ακούσιες αλλά καθοριστικές πράξεις, ανομολόγητα φταιξίματα αλλά και εξομολογήσεις που κοστίζουν ζωές, ή απλώς ακραίες καταστάσεις, όπως το να έχεις ένα μόνο πόδι και να ονειρεύεσαι πως είσαι «χελώνα» μες στην πυρκαγιά και θέλεις να τρέξεις.

Όλα στο μεταίχμιο

Σε ένα χώρο ρευστό. Όπου όμως η σκέψη πανηγυρίζει και η γλώσσα θαυματουργεί: σε ζαρατούοτρεια πανοράματα και σε μινιατούρες που χωράνε στη σκιά μιας νιφάδας. Σε ονόματα δισύλλαβα, πρωτάκουστα, μετέωρα και αυτά ανάμεσα στο αρχέτυπο και στο άτομο, ονόματα που ούτε λίγο σύτε πολύ στεριώνουν συγγένειες και χαράζουν πορείες. Με τίτλους suspens, φράσεις-κλειδιά, παιχνίδια του λόγου σύντομα και απρόβλεπτα, σαν εκείνο το ρόδι-ξόδι, όπου ένα μόνο γράμμα αλλάζει και ξαφνικά εμφανίζονται εμβληματικά η ζωή και ο θάνατος.

Για τον θάνατο κανένας δεν έχει γράψει όπως η Ζυράννα Ζατέλη στο Ραμάν-θις Ερέβους - μυθιστορηματικά, δίνοντας με ελάχιστες ιστορικές συνισταμένες ένα αφηγηματικό σύμπαν που έχει να κάνει - με τι άλλο; - με τη ζωή στα βάθη της.

Στο τέλος όλα τελειώνουν, χωρίς να κλείσουν. Ευρηματική μεν η λύση των επτασέλιδων θανάτων, όσο και sophisticated, όπως θα έλεγε ο αξέχαστος Σπύρος Τσακνιάς. Μα πάνω απ' όλα η Ζατέλη ελέγχει τις δυνάμεις της, τις προθέσεις της, ακόμη και τις εμπνεύσεις της κατά την εκτέλεση του συνθετικού άθλου αυτού του πολύπλοκου μυθιστορήματος. Άρα ίσως το αφήνει συνειδητά ανοιχτό -όσο αυτοτελές και να είναι. Και αν δεν αμαρτάνουμε στην επιφάνεια, στα ρηχά, με αυτή μας την κρίση, θα λέγαμε ότι έτσι θα πρέπει ίσως και να διαβαστεί: σαν μια μεγάλη προετοιμασία. Κατά κανέναν τρόπο δεν εννοούμε βέβαια ως εισαγωγικός τόμος μιας τριλογίας. Το Ερέβους τελειώνει αλλά δεν κλείνει για να μείνει - εδώ, σ' αυτόν τον τόμο - «άπιαστη» η γοητεία. Κατά τα άλλα:

Έντεχνα αλλά σεμνά, σχεδόν «ύπουλα», μας υποβάλλει σε μιαν ερεθιστική υπόνοια, από την πρώτη στιγμή βασικά, με την πρώτη φράση του βιβλίου: Εν μέρει κρυφά, εν μέρει φανερά, έτσι τέλειωσαν και έτσι άρχισαν όλα. Σε αυτή την πρωθύστερη σειρά.

Υποψία που επιβεβαιώνεται με την τελευταία φράση. Διότι από το πανηγύρι του θανάτου γλιτώνει η δωδεκάχρονη Λεύκα. Επιζεί. Και έχει ήδη τώρα μια σχέση περίεργη με τους ανθρώπους γύρω της, μια ασυνήθιστη, κτητική επιμονή απέναντι στη ζωή και μια συμπεριφορά διαφορετική - υποψιαζόμαστε - προς τον θάνατο. Θέση ισχύος; Και πώς γίνεται αυτό; Ποιες φλόγες την περιμένουν; Η τελευταία φράση της Ζατέλη είναι για τη Λεύκα: Μέσα στις φλόγες ήταν να μπει και το σκεφτόταν.



Ζυράννα Ζατέλη



Το μακρύ ταξίδι σε μυστικούς τόπους

στον Γιώργο Καρουζάκη



Το νέο βιβλίο της Ζυράννας Ζατέλη «Το πάθος χιλιάδες φορές» (εκδ. Καστανιώτη) εκπληρώνει με τρόπο θαυμαστό τις προσδοκίες όσων το περίμεναν με ανυπομονησία. Επαναφέρει, όμως, κι άλλες ιδιότητες της λογοτεχνίας, που οι ταχύτητες της εποχής μάλλον έχουν αμβλύνει. «Το πάθος χιλιάδες φορές» προσφέρει γενναιόδωρα στον αναγνώστη τη δυνατότητα να είναι συμμέτοχος σ' ένα μακρύ ταξίδι σε μυστικές... ψυχικές τοποθεσίες. Ταξίδι, όχι μόνο σαγηνευτικό, αλλά και βαθιά ιαματικό. Δεν του λείπει, επίσης, το χιούμορ, εκείνο, όμως, το σχεδόν αδιόρατο χιούμορ, που μοιάζει να αποφορτίζει με την υγρασία του τις δίνες του εαυτού.



Αν και αυτοτελές, το μυθιστόρημα γεφυρώνει το πρώτο και το τρίτο βιβλίο της τριλογίας, «Με το παράξενο όνομα Ραμάνθις Ερέβους». Με φόντο το υποβλητικό τοπίο της υπαίθρου στη Βόρεια Ελλάδα, παρακολουθούμε, ανάμεσα σε θαυμαστά και απρόβλεπτα επεισόδια, τη διαδρομή ενός αινιγματικού κοριτσιού, της Λεύκας, από την παιδική ηλικία προς την ενηλικίωση. Δαίμονές της είναι ο έρωτας που «τρώει τα σωθικά» και η βάσανος της γραφής και της δημιουργίας. Η Ζυράννα Ζατέλη, ήρεμη, γήινη και συντροφιά με την πιο κοινωνική γάτα του σπιτιού της, τη Σέρκα, μας μίλησε για το νέο της βιβλίο.



Νιώθετε ανάλαφρη τώρα που ολοκληρώσατε ένα ακόμη μυθιστόρημα-ποταμό 770 σελίδων; Σας ρωτάω επειδή, από ό,τι καταλαβαίνω, είναι επίπονη για σας η διαδικασία της γραφής...



«Ακόμη καλά καλά δεν το έχω πιστέψει ότι τελείωσε και ότι μπορώ να ξυπνώ το πρωί χωρίς την αγωνία της επόμενης σελίδας. Το συνειδητοποιώ λίγο λίγο, από μέρα σε μέρα. Οπως σήμερα, που πήγαινα στη λαϊκή της περιοχής μου και σκεφτόμουν πόσο καιρό είχα αλήθεια, μήνες και χρόνια, να κάνω αυτή τη διαδρομή χωρίς να με τρώει η έγνοια για την τάδε σκηνή, για το δείνα πρόσωπο, για εκείνο που εκκρεμεί, για το άλλο που προέκυψε... Ενιωθα πραγματικά ανάλαφρη, σαν να μου έλαχε ένα δώρο, αλλά και λίγο ορφανή, μετέωρη. Ετσι συμβαίνει πάντα όταν τελειώνω ένα βιβλίο, με το οποίο ξημεροβραδιάστηκα επί μακρόν, λυτρώνομαι και μαζί ορφανεύω. Θα ξεκουραστώ για κάποιους μήνες, δεν γίνεται αλλιώς, μα δεν σας κρύβω ότι θα ξαναβρώ τον εαυτό μου μόνο όταν αρχίσουν πάλι να μαζεύονται τα "σύννεφα" στο κεφάλι μου, οι υπαινιγμοί με τα μειδιάματα για την επόμενη πράξη».



Πολλοί οι νεκροί στο προηγούμενο βιβλίο σας, όπως και στους «Λύκους», μα τώρα σ' αυτό αποφασίσατε να τους φέρετε από τον κάτω κόσμο στον επάνω. Και μοιάζουν τόσο φυσικές οι διαδρομές τους ανάμεσα στους δύο κόσμους... Τι σημαίνει για σας αυτό το προσκλητήριο νεκρών;



«Πριν απ' όλα ότι είμαι ακόμα ζωντανή και ότι είχα τη δυνατότητα, ως μυθιστοριογράφος, να το κάνω. Οπως σε κάποια δημώδη άσματα, όπου βλέπουμε "να συντυχούν οι ζωντανοί με τους αποθαμένους" και δεν μας τρομάζει, το αποδεχόμαστε ως την πλέον φυσική υπέρβαση. Από πολλά χρόνια με τριγύριζε μια τέτοια ιδέα, κι ίσως οι τόσοι θάνατοι στο προηγούμενο βιβλίο μου να αποσκοπούσαν ασυνείδητα σ' αυτή την επανάκαμψη για μια μοναδική, "μυθιστορηματική" νύχτα. Δεν καταπιάνομαι με το ερώτημα αν υπάρχει ή όχι ζωή μετά τον θάνατο, δεν είναι της αρμοδιότητάς μου -υποθέτω πως μόνο οι νεκροί είναι "αρμόδιοι" να απαντήσουν-, αλλά μες στα εδάφη της μυθοπλασίας μου έχω, νομίζω, το δικαίωμα να κάνω πότε πότε τέτοια "ανήκουστα" να συμβαίνουν. Μελαγχολικό εγχείρημα κατά βάθος, που το άφησα να εξελιχθεί σε πανδαισία... Κάπως έτσι».



Είπατε πρόσφατα ότι για να πετύχετε αυτήν ειδικά τη συνύπαρξη ρεαλισμού και φαντασίας, χρειάστηκε κάποιες φορές να ισορροπήσετε πάνω σε μια τρίχα. Ποιος ήταν ο κίνδυνος;



«Η τρίχα είναι υπερβολή, ας πούμε καλύτερα πάνω σε σχοινί... Κοιτάξτε, δεν θα με ενδιέφερε να γράφω μια καθαρά εξωπραγματική ιστορία, με βρικόλακες που επιστρέφουν και τα συναφή, αν και κάποια στοιχεία αυτού του λογοτεχνικού είδους, του φανταστικού, με ήλκυαν ανέκαθεν πρέπει να πω, φυσικά και οι συγγραφείς τους -συμφωνώ με τον Λάβκραφτ, που λέει ότι το πιο παλιό και το πιο δυνατό συναίσθημα του ανθρώπου είναι ο φόβος για το άγνωστο-, γι' αυτό και σεβάστηκα κάποιους "άγραφους νόμους". Οπως για παράδειγμα ότι τα ιδιάζοντα αυτά άτομα, που εγείρονται τη νύχτα, έχουν διορία μέχρι το πρώτο άστρο της αυγής, όχι παραπάνω, κι όταν βγαίνουν πια στον δρόμο τα χαράματα, μετά το δείπνο, δεν είναι ορατά, παρά μόνο για ένα σκυλί, την Κούσα, που τους παίρνει στο κατόπι παίζοντας μαζί τους... Παραδέχομαι, λοιπόν, ότι δεν ήταν και το ευκολότερο πράγμα να πετύχω αυτή τη λεπτή δοσολογία και δοσοληψία μεταξύ πραγματικού και μη πραγματικού και συχνά είχα την αίσθηση ότι η Κούσα παίζει μεν με τους αόρατους και τους άφαντους, αλλά κι εγώ με το κεφαλάκι μου. Συνάμα το απολάμβανα ιδιαίτερα, πρέπει να το πω κι αυτό».



Το μυθιστόρημά σας μοιάζει με ένα μεγάλο ταξίδι στις πιο σκοτεινές περιοχές της ανθρώπινης ύπαρξης, στην παιδική ηλικία, στη χώρα του θανάτου, στον ανομολόγητο έρωτα, που «τρώει τα σωθικά», αλλά και στο μυστήριο αυτής καθεαυτήν της συγγραφής. Στοιχεία που ενυπάρχουν σε όλα τα προηγούμενα βιβλία σας, αλλά με το μυστήριο της γραφής μέσα από τη γραφή τώρα νομίζω καταπιάνεστε τόσο άμεσα.



«Ηταν φαίνεται ή ώρα να γίνει κι αυτό, και δεν σας κρύβω ότι με παίδεψε περισσότερο κι απ' την επάνοδο των νεκρών. Το να γράφω είναι η μοίρα μου, κάτι που με διάλεξε και το διάλεξα, με φτιάχνει και το φτιάχνω, που χωρίς αυτό δεν υφίσταμαι, αλλά μη μου ζητήσετε να πω τον ορισμό του... Το να αποπειραθώ, λοιπόν, να γράψω για το γράψιμο μέσα από ιστορίες -χωρίς δηλαδή να κάνω δοκίμιο ή μελέτη-, κάτι στιγμές με γονάτισε, με έφερε στα πρόθυρα της απόγνωσης. Μα ήταν κι αυτό μέρος του παιχνιδιού - αυτό κι αν ήταν δηλαδή».



Στον πυρήνα της ιστορίας σας συναντάμε μια από τις πιο γοητευτικές και παράξενες ηρωίδες της ελληνικής -και όχι μόνο- λογοτεχνίας, τη Λεύκα. Ενα κορίτσι σαμάνο, ψυχοπομπό, που «βοηθάει» τους ετοιμοθάνατους να περάσουν στην άλλη όχθη, παλεύει γενναία μ' έναν έρωτα βασανιστικό και ανεκπλήρωτο, που στοιχειώνει όλο το βιβλίο, ενώ παράλληλα ασκείται με πάθος σε μια αλλόκοτη ανάποδη γραφή. Πως γεννήθηκε αυτό το πλάσμα;



«Η Λεύκα υπέφωσκε και στο προηγούμενο βιβλίο, βασίλευε στη σκιά ας πούμε, και με την τελευταία φράση εκεί πέρα -μέσα στις φλόγες ήταν να μπει και το σκεφτόταν- άνοιγα μάλλον λογαριασμούς μαζί της, παρά έκλεινα. Το σκέφτηκε λοιπόν, το σκέφτηκα κι εγώ, και τελικά δεν γινόταν να μη μπει σ' αυτές τις φλόγες... Με τη μεταφορική τους έννοια βέβαια οι φλόγες, μα όχι γι' αυτό λιγότερο "πύρινες" ή βασανιστικές».



Αινιγματικές και συγχρόνως διαφωτιστικές στην εξέλιξη της ιστορίας είναι οι σχέσεις που αναπτύσσει η Λεύκα με τα ζώα, με τα πουλιά και σπαρακτικά ανθρώπινο το δέσιμό της με τη «δίδυμη» Ωραιοζήλη, ένα παραμορφωμένο ανάπηρο κορίτσι. Ολα αυτά είναι κατά κάποιον τρόπο οι σύνδεσμοί της με κόσμους μυστικούς και άφατους;



«Είχα πάντα μια φοβερή αγάπη για τα ζώα, μα όσο μεγαλώνω δεν μπορώ να φανταστώ, όχι τη ζωή μου, αλλά την ίδια την ψυχή μου χωρίς αυτά. Κάτι σαν "εικόνα Θεού" είναι το ζώο για μένα, με πάει πολύ μακριά η παρουσία του, ή ύπαρξή του, κι έχω την αίσθηση ότι από τα μάτια των ζώων θα κριθούμε γι' αυτό που είμαστε. Πώς θα γινόταν, λοιπόν, να μην τ' αφήσω να ρίχνουν τη σκιά τους στις ιστορίες μου, να μην ακολουθώ τα ίχνη τους, να μη μαγεύομαι απ' το μυστήριο της ματιάς τους, από την άφατη και αφοπλιστική "ομιλία" τους; Οσο για κείνο το άμοιρο πλάσμα, την Ωραιοζήλη, θα περιοριστώ σε μια παρατήρηση του βιβλίου που αφορά τον αδελφό της: "Γι' αυτόν, όλα της νύχτας τα πουλιά θα θρηνούσαν από 'δώ κι έπειτα την αδελφή του. Και μια δική τους αδελφή».



Εχετε κι εσείς κάτι το αινιγματικό ως παρουσία, ο περισσότερος κόσμος σάς θεωρεί ακριβοθώρητη, μοναχική, αν και σας έχω συναντήσει και σε εξωστρεφή μέρη. Σας θυμάμαι, για παράδειγμα, στη συναυλία των Ρόλινγκ Στόουνς, ή να περπατάτε ήρεμα στην Πλάκα, ή στο κέντρο της Αθήνας. Μήπως δεν είστε τόσο μοναχική, όσο νομίζουμε εμείς απ' έξω;



«Δεν νομίζω πως είμαι ο ορισμός του μοναχικού ατόμου, όπως ούτε βέβαια και του αβάσταχτα κοινωνικού... Κλείνομαι στη γωνιά μου όταν δουλεύω, μα αυτό δεν σημαίνει ότι κλειδαμπαρώνομαι ή ότι δεν σηκώνω το τηλέφωνο άμα χτυπήσει. Σε κοσμικές εκδηλώσεις και σούρτα-φέρτα δεν θα με δείτε ασφαλώς. Αντίθετα, μου αρέσει πολύ να περπατώ , μόνη ή με παρέα -είμαι "του πεζικού", όχι μονάχα της πεζογραφίας-, και ουκ ολίγοι από αυτούς που με θεωρούν ακριβοθώρητη, με βλέπουν συχνά στα σινεμά, συνήθως μου μιλάνε, ή σε κάποιες συναυλίες τα καλοκαίρια, ή να φροντίζω αδέσποτα γατιά... Πού το τόσο παράξενο»;



Το μυθιστόρημά σας είναι πολυσέλιδο, απαιτεί χρόνο για να διαβαστεί. Σκεφτήκατε ότι κάποιοι ίσως... τρομάξουν με τον όγκο του;



«Κάποιοι θα τρομάξουν, τι να κάνουμε, αλλά υπάρχουν κι άλλοι -κάμποσοι μάλιστα- που, φτάνοντας προς τη μέση του βιβλίου, τους πιάνει λέει φόβος μην τελειώσει. Δεν ξεκίνησα, ξέρετε, από καπρίτσιο να γράφω πολυσέλιδα μυθιστορήματα, είναι το ίδιο το υλικό που ζητάει μεγαλύτερο "μυθιστορηματικό" πεδίο να αναπνεύσει, να εξελιχθεί. Οσο για τον χρόνο "που μας λείπει", είναι άλλοθι νομίζω - χάσαμε την ψυχή μας και τον μπούσουλά μας, με το να κυνηγάμε το γρήγορο και το εύκολο, και μετά, τάχα, πού να περισσέψει καιρός για να τα πούμε λίγο με το μέσα μας. Αυτά δεν είναι σοβαρά. Το όφελος που αποκομίζουμε από ένα καλό βιβλίο, είτε "επικό" στις διαστάσεις του είτε "επιγραμματικό" είτε κάπου ανάμεσα, καμία ψυχοθεραπεία και καμία θρησκεία δεν μπορούν να μας τα προσφέρουν. Κατά την άποψή μου τουλάχιστον»










Ο χορός του θανάτου

Γράψει η Δανάη Κουλμάση

Η μεταφράστρια της Ζυράννας Ζατέλη στα γερμανικά Δανάη Κουλμάση «διαβάζει» μέσα από το ευρωπαϊκό ρομαντικό πρίσμα το καινούργιο μυθιστόρημα της συγγραφέως «Με το παράξενο όνομα Ραμάνθις Ερέβους, Ο θάνατος ήρθε τελευταίος»



Και με το φως του Χάρου. Εδώ οι πρόγονοι, εδώ και οι απόγονοι, λέει η Τίκα, η μάνα του «ξενεχωτή», που πλένει τα οστά των πεθαμένων, τα στεγνώνει και μετά καπνίζει αντικριστά με τα κρανία τα τσιγάρα της.

Σκηνή νεκροταφείου, σαιξπηρικά εικονοπλαστική: ο ζατελικός απόκοσμος κόσμος σε όλη του τη δόξα. Και ο ζατελικός λόγος. Συμπυκνωμένος σε μια φράση που φιλοδοξεί να καταδείξει το αποκλειστικό «προνόμιο» του ανθρώπου: τη συνείδηση της πεπερασμένης και έρμαιης στην τύχη ύπαρξης του. Εδώ λοιπόν οι πρόγονοι, εδώ και οι απόγονοι. Θυμοσοφίες τετριμμένες - όλοι μια μέρα θα πεθάνουμε. - αντικαθίστανται από πρωτάκουστες. Είναι και αυτό από τα χαρακτηριστικά της ζατελικής γραφής, πρωτάκουστα σοφά λόγια εκ στόματος απλών πλην υποψιασμένων ανθρώπων. Όπως εδώ της Τίκας ενώπιον της καθημερινότητας του θανάτου.

Και με το φως του Χάρου επανήλθαν. Κάπου προς το τέλος του βιβλίου διαβάζουμε και αυτό. Στο δεύτερο μυθιστόρημα της Ζυράννας Ζατέλη το φως του Λύκου γίνεται φως Θανάτου. Και δεν είναι βέβαια τυχαίο το «παράξενο όνομα» του τίτλου Ραμάνθις Ερέβους. Η ίδια το μεταποιεί στις συνεντεύξεις της ερμηνευτικά σε «Φωτεινή» Ερέβους. Επιμένει άρα στο φως τόσο όσο και στο σκότος. Επιμένει κυρίως σε μια μυθοπλασία όπου, μέσα στο αντιθετικό αυτό σύμπαν, το δέος οφείλει να λειτουργεί ει δυνατόν αδιάκοπα. 'Οχι γιατί στο μυθιστόρημα αυτό δίνει σταθερά τον θάνατο σε όλα σχεδόν τα πρόσωπα πσυ πλάθει αλλά γιατί τους δίνει με τον τρόπο αυτόν ζωή εξαίρετη - στην πρωταρχική έννοια της λέξης.

Αυτά για να προλάβουμε την παρεξήγηση. Πράγματι, ο θάνατος εδώ θερίζει. Το βιβλίο όμως είναι βιβλίο ζωής, ένα βιβλίο της αγάπης και του θανάτου. Συγκλονιστικό.

Η μεσαιωνική Δύση λάτρεψε μια παράδοση κατ' εξοχήν δική της, την παράδοση του «Χορού του Θανάτου» (Totentanz, Danse de la Mort). Σε καθεδρικούς ναούς και σε μοναστήρια, σε χειρόγραφα και βιβλία, παντού στήνονται οι μακάβριοι συρτοί των μελλοθάνατων. Γέροι, παιδιά, ρήγες, ζητιάνοι, κουρτιζάνες και καλόγριες και οι τρελοί με τα κουδούνια. κι ο Χάρος-Σκελετός να χοροπηδά μπροστά τους με άσεμνες φιγούρες, να παίζει το σουραύλι του και να τραγουδά για να τ' ακούσουν όλοι οι ζωντανοί: «Όλοι θα μπείτε σε τούτον το χορό».

Τι γαϊτανάκι ήταν αυτό, τι πανηγύρι θανάτου, λέει και η Ζατέλη σ' ένα από εκείνα τα ξαφνιάσματα της, εκστατική ενώπιον της πλοκής που η ίδια έχει υφάνει - ή βάζει έναν ήρωα της ν' απορεί: «Τίνος φαντασία τα κάνει αυτά;». Οι μεσαιωνικές παραβολές και τα κηρύγματα της Δΰσης απέχουν πολύ από το να είνάϊδΰσια-στικά συγκρίσιμα με τις εικόνες και τις βλέψεις ενός σύγχρονου λογοτεχνικού έργου - αν και υπόκωφες σημασίες μας φέρνουν και εδώ, υπαινικτικά, στα όρια της αλληγορίας.

Η σύγκριση όμως μας βοηθά να καταλάβουμε αυτό το διαφορετικό γαϊτανάκι, τη λάμψη που μας επιφυλάσσει το Ραμάνθίς Ερέβους. Συγκεκριμένα, ο θάνατος στη Ζατέλη έρχεται, βίαιος ή γλυκός, απρόσμενος ή αργός, πάντα με μεγαλείο τραγικό. Δεν ενεργοποιείται χάριν ενός σκοπού. Δεν προκαλεί ηδονοβλεπτική αγωνία. "*)< Το «ματαιότης ματαιοτήτων» δεν κατισχύει του βίου. Δεν υπάρχει απειλή για να ρδγϊξουν'οΐ καρδιές - ραγίζουν όταν έρχεται -, για να θολώνουν τα μυαλά - σαλεύουν κάποτε όταν έρθει. Δεν υπάρχει τρόμος. Υπάρχει δέος. Το οποίο, όπως είπαμε, οφείλει να λειτουργεί αδιάκοπα, γιατί η Ζατέλη θέλει και ξέρει να δένει μέσα στην απόλυτη παραδοχή, στην απόλυτη οδύνη, τα φυσικά και τα δικά μας, τα ψυχικά φαινόμενα με τα μεταφυσικά. Εκεί το στίγμα της.

Ο καθαγιασμός των πάντων

Στο οπισθόφυλλο της έκδοσης διαβάζουμε την εντυπωσιακή φράση: «Δεν μιλάμε πλέον μόνο για Λογοτεχνία, καθότι κι αυτή με τη σειρά της συνιστά εμπόδιο». Όσο και αν διαφωνούμε με μια τόσο ριζική διάκριση μεταξύ λογοτεχνίας και αυτού που προκύπτει, αυτού που υπάρχει μέσω ακριβώς του συγκεκριμένου λογοτεχνικού έργου, δεν μπορούμε παρά να δεχθούμε ότι αυτή η ερμηνεία υπαγορεύεται από την ίδια τη «ζατελική ανθρωπότητα».

Κατ' αρχήν το περιβάλλον των ανθρώπων: στοιχεία της φύσης, σαλοί και καταιγίδες, ζώα, ακόμη και «δικέφαλα», ενωμένα στη γενετήσια πράξη, σκυλιά και ζίνες, κάργες και ζωύφια (που η εξολόθρευση τους παίρνει διαστάσεις μάχης Αί-Γιώργη με τον Δράκο), προσωποποιήσεις ριψοκίνδυνες (να δώσω φωνή στα άφωνα, τόπο στα άψυχα). Και ύστερα οι άνθρωποι, μέσα σε ένα σφιχτό - αν και στον χρόνο χαλαρό, υπομονετικό - πλέγμα από συμπτώσεις και απροσδόκητα, από συνάφειες φανερές, κρυφές ή και μυστικές, σχέσεις αγάπης, έρωτα, αθώες ή ένοχες, σχέσεις μεγάλων και παιδιών που η μαγική ζωή τους δεν ξεχωρίζει από αυτήν των ενηλίκων παρά μόνο ως επίφαση μιας ιδιαίτερης γνώσης - προφανώς της πιο αληθινής και αθώας - στη συνέχεια του βίου. Η μετουσίωση των παιδιών σε λογοτεχνικές μορφές: ένα από τα μεγαλύτερα επιτεύγματα στο έργο αυτό, σε διεθνές επίπεδο, όπως πιστεύουμε.

Πώς να μην καταφύγει κανείς στην ταλαιπωρημένη έννοια της condition humana, τον οντολογικό δηλαδή χαρακτήρα θέματος και τρόπου γραφής, όταν όλα αυτά είναι και συντελούνται χωρίς την παραμικρή προσφυγή (ουσίας ή ύφους) σε ιδεολογικής, φιλοσοφικής ή έστω ψυχολογικής φύσεως διεξόδους: ou άνθρωποι της Ζατέλη, όπως ορθά ειπώθηκε σε μια κριτική, αποτελούν «αρχέτυπα της ανθρώπινης συμπεριφοράς». Είναι μορφές επιβαλλόμενες από τον τρόπο οργάνωσης του υλικού, πρόσωπα τόσο επιβλητικά παρόντα, αλλά και τόσο ιδιόρρυθμα, που καταλήγουν να είναι άτομα.

Τη μέθεξη της στα εσώτερα του βίου η Ζατέλη την επιτυγχάνει ανά πάσα στιγμή. Έχε όμως στη διάθεση της και την ανατρεπτική της μέθεξης ειρωνεία. Ειρωνεία παρηγορητική σε καταστάσεις αφόρητες πριν και μετά τους καθαγιασμούς του πόνου. Το στοιχείο αυτό έπαιξε σίγουρα, μεταξύ άλλων, σημαντικό ρόλο στην τόσο θετική υποδοχή των Λύκων από το γερμανόφωνο κοινό και στην ενθουσιώδη στάση των βιβλιοκριτικών. Μια από τις πρώτες εμπειρίες κατά την πολύχρονη διαδικασία της μετάφρασης ήταν η διαπίστωση ότι η ίδια η γερμανική γλώσσα δεχόταν «εύκολα» το ύφος της Ζατέλη.

Ήταν κάτι σαν καλωσόρισμα που ερχόταν από μακριά, από την εποχή του «πρώιμου γερμανικού ρομαντισμού», που φυσικά δεν έχει καμία σχέση με τον ρομαντισμό υπό την έννοια άκρατης συναισθηματολογίας, αλλά που αντιμετωπίζει το πάθος και τον πόνο «σκληρά», δηλαδή με ειρωνική επίγνωση τη στιγμή ακριβώς πσιΓτα υπερυψώνει και τα καθαγιάζει. Πρόκειται λοιπόν για μια συγγενή ευαισθησία, αν και ο τρόπος γραφής της Ζατέλη δεν μπορεί φυσικά να χαρακτηρισθεί απλώς ρομαντικός, όπως δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί απλώς (μαγικά) ρεαλιστικός.

Μια ανάγνωση

Μένει άρα η προσωπική ανάγνωση. Ας πούμε κατ' αρχήν ενός βιβλίου του έρωτα. Με μορφές γυναικείες ερωτικές και ερωτευμένες, σχεδόν πάντα «άπιαστες», και κυρίως στην παιδική τους ηλικία ή στην εφηβική αινιγματικές - η Ζήνα, η Άννα και οι άλλες. Με άνδρες ακριβοθώρητους, ακριβομίλητους και μοναχικούς, κρυφά ή φανερά ερωτικούς - ο Ντάφκος, ο Σέρκας και οι άλλοι. Ένα βιβλίο με μεγάλες ιστορίες αγάπης.

Μένει η ανάγνωση ενός βιβλίου, όπως είπαμε, της ζωής. Η ζωή απεικονίζεται πιστά, ενώ αφήνει πάνω απ' όλα απορίες αναπάντητες (πώς πέθανε η μικρή Δάφνη; ποιος έφταιξε; έφταιξε κανείς;), ερωτηματικά να λειτουργούν σαν καταφάσεις, και όνειρα. Στο μεταίχμιο και αυτά: όχι ακριβώς προφητικά - και όμως κάπως έτσι. Όχι σαν αυτά του ονειροκρίτη - ή μήπως κάπως έτσι; Μάλλον ακατάλληλα για ψυχαναλυτές - και εντούτοις κάτοπτρα μιας βαθύτερης ύπαρξης που συγκροτείται και από άλλα τινά: ακούσιες αλλά καθοριστικές πράξεις, ανομολόγητα φταιξίματα αλλά και εξομολογήσεις που κοστίζουν ζωές, ή απλώς ακραίες καταστάσεις, όπως το να έχεις ένα μόνο πόδι και να ονειρεύεσαι πως είσαι «χελώνα» μες στην πυρκαγιά και θέλεις να τρέξεις.

Όλα στο μεταίχμιο

Σε ένα χώρο ρευστό. Όπου όμως η σκέψη πανηγυρίζει και η γλώσσα θαυματουργεί: σε ζαρατούοτρεια πανοράματα και σε μινιατούρες που χωράνε στη σκιά μιας νιφάδας. Σε ονόματα δισύλλαβα, πρωτάκουστα, μετέωρα και αυτά ανάμεσα στο αρχέτυπο και στο άτομο, ονόματα που ούτε λίγο σύτε πολύ στεριώνουν συγγένειες και χαράζουν πορείες. Με τίτλους suspens, φράσεις-κλειδιά, παιχνίδια του λόγου σύντομα και απρόβλεπτα, σαν εκείνο το ρόδι-ξόδι, όπου ένα μόνο γράμμα αλλάζει και ξαφνικά εμφανίζονται εμβληματικά η ζωή και ο θάνατος.

Για τον θάνατο κανένας δεν έχει γράψει όπως η Ζυράννα Ζατέλη στο Ραμάν-θις Ερέβους - μυθιστορηματικά, δίνοντας με ελάχιστες ιστορικές συνισταμένες ένα αφηγηματικό σύμπαν που έχει να κάνει - με τι άλλο; - με τη ζωή στα βάθη της.

Στο τέλος όλα τελειώνουν, χωρίς να κλείσουν. Ευρηματική μεν η λύση των επτασέλιδων θανάτων, όσο και sophisticated, όπως θα έλεγε ο αξέχαστος Σπύρος Τσακνιάς. Μα πάνω απ' όλα η Ζατέλη ελέγχει τις δυνάμεις της, τις προθέσεις της, ακόμη και τις εμπνεύσεις της κατά την εκτέλεση του συνθετικού άθλου αυτού του πολύπλοκου μυθιστορήματος. Άρα ίσως το αφήνει συνειδητά ανοιχτό -όσο αυτοτελές και να είναι. Και αν δεν αμαρτάνουμε στην επιφάνεια, στα ρηχά, με αυτή μας την κρίση, θα λέγαμε ότι έτσι θα πρέπει ίσως και να διαβαστεί: σαν μια μεγάλη προετοιμασία. Κατά κανέναν τρόπο δεν εννοούμε βέβαια ως εισαγωγικός τόμος μιας τριλογίας. Το Ερέβους τελειώνει αλλά δεν κλείνει για να μείνει - εδώ, σ' αυτόν τον τόμο - «άπιαστη» η γοητεία. Κατά τα άλλα:

Έντεχνα αλλά σεμνά, σχεδόν «ύπουλα», μας υποβάλλει σε μιαν ερεθιστική υπόνοια, από την πρώτη στιγμή βασικά, με την πρώτη φράση του βιβλίου: Εν μέρει κρυφά, εν μέρει φανερά, έτσι τέλειωσαν και έτσι άρχισαν όλα. Σε αυτή την πρωθύστερη σειρά.

Υποψία που επιβεβαιώνεται με την τελευταία φράση. Διότι από το πανηγύρι του θανάτου γλιτώνει η δωδεκάχρονη Λεύκα. Επιζεί. Και έχει ήδη τώρα μια σχέση περίεργη με τους ανθρώπους γύρω της, μια ασυνήθιστη, κτητική επιμονή απέναντι στη ζωή και μια συμπεριφορά διαφορετική - υποψιαζόμαστε - προς τον θάνατο. Θέση ισχύος; Και πώς γίνεται αυτό; Ποιες φλόγες την περιμένουν; Η τελευταία φράση της Ζατέλη είναι για τη Λεύκα: Μέσα στις φλόγες ήταν να μπει και το σκεφτόταν.





Με το μικρό όνομα Ζυράννα

Από τον Γιώργο Χρονά



Ερχόταν από την πόλη του Βορρά. Τη Θεσσαλονίκη. Φορούσε τζιν και είχε τα μαλλιά πιασμένα πίσω. Μια καρφίτσα φαινόταν στο φως. Μπήκε στο δωμάτιο της οδού Πανός 17 με τον Σωτήρη. Εγραφε μουσική.



Κινήθηκε πάνω-κάτω στο δωμάτιο και πήγε στην κουζίνα να φέρει ποτήρια. Είχαν φτάσει με το τρένο. Σταθμός Λαρίσης. Οπως στις ταινίες. Φθινόπωρο του 1973. Η Αθήνα κοιμόταν.



Αυτή ήταν η πρώτη μου συνάντηση μαζί της. Δεν ήξερα ότι έγραφε. Ποτέ δεν μας μίλησε γι' αυτό. Ακόμα κι όταν ήρθε στο πάρτι -με τον χορευτή δημοτικών χορών με το σπασμένο χέρι-, ατελείωτα πάρτι γίνονταν σ' αυτό το δωμάτιο, που ο Τσαρούχης το είχε ονομάσει - το μεγαλύτερο σαλόνι της Μέσης Ανατολής!



Πρώτα κάναμε ραδιόφωνο. Εγινε η φωνή του ραδιοφώνου. Τρίτο Πρόγραμμα επί Μάνου Χατζιδάκι. Δεύτερο Πρόγραμμα επί Σοφίας Μιχαλίτση. Δημοτικά και ρεμπέτικα. Μέριλιν Μονρόε, Ρόζα Εσκενάζι. Ζενέ με Πόλυ Πάνου. Τενεσί Ουίλιαμς, Φασμπίντερ με Καίτη Γκρέυ. Και Μπιτλς με τους Γιάννη Λένον, Παύλο Μακ Κάρντεϊ, Γιώργο Χάρισον, Ρίνγκο Σταρ. Και η Βραδυνή, τότε, -του Πάνου Αθανασιάδη- να μας βρίζει.



Μετά φόρεσε χαμηλές μπότες και μοβ φορέματα και σέρβιρε ποτά. Στα τρόλεϊ την άφηναν, ως πνεύμα, χωρίς σάρκα δηλαδή -η σάρκα της ισχνή πάντα, ανύπαρκτη- να περνάει ελεύθερα. Αέρας λογιζόταν για τους διαβάτες και τους θεατές των οδών, πλην των ζητιάνων, των σαλών, των αγίων αυτής της πόλης.



Αλλαζε σπίτια -όλα πτωχικά, δηλαδή παλάτια τέχνης- όπως άλλαζε μπλούζες ή καλσόν. Μάζευε τα πράγματα σε κουτιά από γάλα και σακούλες πλαστικές και όπως η Λάσκαρη, η Χέλμη, η Φόνσου, στο σινεμά, κι έδειχνε, στο τρίκυκλο, το νέο σπίτι.



Απλωνε στις εταζέρες, στο σερβάν, στις εσοχές των τοίχων και πάνω σε κρεβάτια, που δεν χρησιμοποιούσε, τα μικροαντικείμενα. Κούκλες, κύκνους, γυάλινες σφαίρες, μια κουκουβάγια, δώρο της θεάς Αθηνάς· έναν Αδωνι, δώρο της θεάς Αφροδίτης· ένα ζαρκάδι, δώρο της θεάς Αρτέμιδος· έναν άγιο Σεβαστιανό, δώρο του νεκρού Τόνι...



Τ' αγόρια την αγαπούσαν· τα κορίτσια τη ζήλευαν. Πάντα τα κορίτσια ζηλεύουν. Ομως αυτή περπατούσε στον δρόμο και άνοιγαν οι πόρτες, το πλήθος έκανε τόπο να περάσει. Οι νέοι τη θεωρούσαν μεγάλη, και οι γριές, νέα. Αυτή είχε βρει έναν τρόπο να διαφεύγει. Επρεπε να διαφεύγει. Πάντα, για να μένει μόνη. Αυτή και ο θάνατος. Τον κοιτούσε στα μάτια. Προσπαθούσε να τον ξεγελάσει. Να τον κάνει να ξεχάσει τον ρόλο του. Πολλές φορές το πέτυχε. Για μέρες δεν πεθαίνει κανείς στην πόλη! Ολοι οι άρρωστοι έγιναν καλά! Περπατούσαν. Ετρωγαν. Ομως αυτός όταν συνερχόταν και φορούσε το σακάκι του και κατέβαινε τα σκαλιά να φύγει, όλα γύριζαν όπως πριν.



Απελπιζόταν. Καθόταν στην καρέκλα και άρχιζε να γράφει. Ατελείωτα χαρτιά. Ατελείωτες πένες. Μελάνια από όστρακα. Μελάνια από σουπιές. Μελάνια από μαύρα φίδια. Μελάνια από κοράκια. Εδενε τα χειρόγραφα. Αλλαζε τίτλο. Υπότιτλο. Και παρέδιδε το νέο γραφτό της.



Οι λύκοι αγριεύονταν. Ακούς εκεί να μας περιγράφει σε ιδιωτικές στιγμές! Ελεγαν στις οικογενειακές τους συναντήσεις στο δάσος. Ηθελαν να την κάνουν κοκκινοσκουφίτσα στο έργο τους, αλλά αυτή είχε τόση δουλειά και σιωπή που δεν καταλάβαινε από παιχνίδια.



Ζυράννα Ζατέλη είναι το όνομά της. Οι λύκοι στο πέρασμά της ανοίγουν δρόμο. Και τα φίδια. Και τα παιδιά της πόλης.



Μπαίνει ελεύθερα στο Καταφύγιο θηραμάτων.



   

   

Ζυράννα Ζατέλη



Γεννήθηκε στον Σοχό Θεσσαλονίκης, ζει στο Κουκάκι. Δεν έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε που κατάλαβε τη διαφορά του δείκτη Nikkei από τον Nick Cave.

ΣΧΟΛΙΑ (21)

Share252

Φωτό: Γιώργος Μαυρόπουλος

Φωτό: Γιώργος Μαυρόπουλος

«Πέρυσι με πλησίασε μια κοπέλα, λίγο τρακαρισμένη, και με ρώτησε αν είμαι όντως η αδελφή της Ζυράννας Ζατέλη. Είχα πάει στην παρουσίαση του βιβλίου ενός φίλου, ο οποίος θεώρησε καλό να κάνει πλάκα και να πει πως έχουμε εδώ και την αδελφή της Ζ.Ζ., η ίδια δεν μπορούσε να έρθει. Είστε στ’ αλήθεια η αδελφή της, με ρώτησε η κοπέλα, πώς γίνεται;

Γιατί πώς γίνεται, της λέω, εκείνη γράφει, εγώ εμφανίζομαι - τη δένουμε, τη δέρνουμε να κάθεται να γράφει, πού το παράξενο».

Γεννήθηκα στον Σοχό Θεσσαλονίκης το 1951, έτος Γάτας κατά τους Κινέζους. Την ηλικία μου δεν την κρύβω αλλά και δεν την πιστεύω. Δεν καίγομαι πια να την πιστέψω, παρότι την έχω αποδεχτεί, τι περίεργο. Πρόλαβα πράγματα, ακούσματα από μια κοινωνία αγροτική, όπως θα ήταν και πριν από πεντακόσια χρόνια. Κάποια στιγμή άρχισαν όλα να αλλάζουν, έπρεπε όμως να περάσουν καναδυό δεκαετίες για να γίνει αντιληπτό, να το χωνέψουμε. Τώρα οι αλλαγές είναι ραγδαίες και, συχνά, αδυσώπητες. Καταπίνουμε σπαθιά αντί να ανασαίνουμε σαν άνθρωποι. Δεν το ζηλεύω αυτό το πράγμα. Ωστόσο, πάντα μένει μια παράδοξη ελπίδα στο βάθος. Μπορεί να είναι κι απόγνωση που τελεί χρέη ελπίδας.



Συνέβη ν’ αρχίσω να γράφω από μικρή, έκανα τι έκανα, όλο εκεί ο νους μου, μα σημασία έχει ότι δεν επρόκειτο για ένα παροδικό βασανάκι των παιδικών κι εφηβικών χρόνων. Κι ενώ το πρώτο βιβλίο δεν το έβγαλα παρά στα 33 μου, ψυχανεμίστηκα από αρκετά νωρίς ότι αυτός είναι ο δρόμος μου. Από μικρή στο αμάρτημα, λοιπόν, αλλά στην αγορά αφού γεύτηκα την πρώτη ωριμότητα. Με ρωτούν καμιά φορά πώς νιώθω που έγινα γνωστή και τέτοια. Δεν ξέρω, δεν μοιάζει να με απασχολεί, σαν να ήταν πάντα έτσι. Δεν ξιπάστηκα ούτε για πέντε λεπτά, μπορώ να το πω άφοβα. Ζω με πολλά πρόσωπα στο κεφάλι μου, φαντάσματα, πώς το λένε, εμμονές, αγωνίες, ενδόμυχες θύελλες και προσωρινούς θανάτους μέχρι να βγάλω μια παράγραφο που να με ικανοποιεί. Όλα μαύρα και αντίμαυρα, και ξαφνικά ένα ουράνιο τόξο. Και ξανά όλα μαύρα και ξανά ένα αίσθημα δικαίωσης. Μια βιβλική ρουτίνα η συγγραφή, δεν θα την άλλαζα με τίποτα.



Κι όμως, τίποτα σαν τα αγριολούλουδα, τίποτα σαν το βλέμμα ενός ζώου. Αγαπώ τα ζώα γι’ αυτό που είναι, κι αυτό που είναι έχει κατά πολύ να κάνει με το ότι δεν έχουν ιδέα από χρήμα, από κέρδος. Όπως και τα πολύ μικρά παιδιά. Φαντάζομαι ένα πουλί να περνάει κάθε τόσο από πάνω μας, αφήνοντας μια περίεργη, νηφάλια κραυγούλα: Αχ άνθρωποι, άνθρωποι...



Δεν τρώω κρέας από πολλά χρόνια, μου είναι δύσκολο να ξεχωρίσω αυτήν τη μαγειρεμένη σάρκα από το ζωάκι που ήταν ως χθες, αν και δεν υψώνω δάχτυλο προς αυτούς που το τρώνε. Σκανδαλίζομαι όμως με τη φυσικότητα που μπήγουν τα μαχαιροπίρουνά τους εκεί, με την απουσία κάθε συναίσθησης. Πόσο πιο ευγενείς οι αρχαίοι Ινδιάνοι, που γονάτιζαν και ζητούσαν συγγνώμη από το ελάφι που σκότωσαν για να επιβιώσουν. Σήμερα η επιβίωση, για μια συντριπτική πλειονότητα, μεταφράζεται σε παχυσαρκία και πλεονεξία. Αυτά δεν είναι σοβαρά.



Άκουσα κάποτε μια κουβέντα από τον αδελφό μου, που συχνά τη σκέφτομαι: «Όταν δεν φαλτσάρει το μυαλό είναι ν’ απορείς, όχι όταν φαλτσάρει». Τελικά, εκεί που φτάσαμε ως ανθρωπότητα, με τις τόσες προόδους στην ιατρική, στο ένα, στο άλλο, θα μπορούσαμε να πούμε ότι ποτέ τα πράγματα δεν ήταν καλύτερα. Και ποτέ χειρότερα ίσως. Ακατάλυτες αντιφάσεις.



Μεγάλωσα σ’ ένα περιβάλλον το αντίθετο από αυτό που λέμε αστικό ή μικροαστικό. Έφυγα νωρίς από το σπίτι, μετά το γυμνάσιο, ταξίδεψα κυνηγώντας χιμαιρικούς έρωτες ή και πραγματικούς ενίοτε, γύρισα, ξανάφυγα, μάτωσα, ξεμάτωσα, μα πάντα τούς έγραφα πως είμαι καλά, πολύ καλά. Και παρότι τα ‘πιαναν όλα στον αέρα, ποτέ δεν με ζόρισαν με ερωτήσεις. Οι γονείς μου δεν πήραν σχεδόν χαμπάρι τη συγγραφική μου ιδιότητα. Κάτι έφτανε στο αυτί τους και μάλλον δεν τους ερχόταν άσχημα, μα ως εκεί, όχι πολλά-πολλά. Μια μέρα ο πατέρας μου με ρώτησε: «Δηλαδή, μπαίνουν άνθρωποι στα μαγαζιά, δίνουν λεφτά και παίρνουν το βιβλίο σου;». Ναι, του λέω. «Ε, μπράβο», μου κάνει κι αυτό ήταν όλο. Πέθανε ενόσω έγραφα τους Λύκους. Η μάνα μου πάλι τόλμησε να μου ζητήσει μια μέρα να της φέρω, αν θέλω, να διαβάσει κι αυτή κανένα βιβλίο μου. Άσε τώρα, μαμά, της λέω, είναι μικρά τα γράμματα, οι προτάσεις μεγάλες, θα κουραστούν τα μάτια σου. Και το δέχτηκε, δεν επέμεινε. Της πήγαινα στα γεράματά της να διαβάζει παραμύθια για παιδιά, και για να δείξει ότι εκτιμάει το δώρο μου, τα διάβαζε και μετά μου τα διηγιόταν. Έβαζε και δικά της μέσα, από φαντασία δεν υστερούσαμε. Πέθανε εφτά χρόνια μετά τον πατέρα μου



Αυτή η γυναίκα, ταπεινή καθ’ όλα, της Δ’ Δημοτικού, είχε μια σπάνια σκέψη, που μόνο στα γράμματά της προς εμένα διαφαινόταν. Τα οκτώ τελευταία χρόνια της ζωής της δεν βγήκε καθόλου από το σπίτι, είχε μια πάθηση στη μέση, την κύκλωνε γενικώς και μια μελαγχολία, και σε μια από τις επισκέψεις μου την άκουσα να μονολογεί, κοιτώντας από το παράθυρο: «Τα χρόνια περνούν, οι ώρες δεν περνούν». Έμεινα άφωνη. Μπορεί και να το διάβασε κάπου, μα δεν νομίζω, ήταν δικό της, πολλά τέτοια έλεγε.



Ο πατέρας μου άνοιξε κινηματογράφο στον Σοχό από το 1952, πρωτοφανές για ορεινή επαρχία τότε. Ήταν κι αυτός ένας ιδιόρρυθμος κανονικός άνθρωπος. Τελειομανής, αφηρημένος, αυστηρός, με έφεση στο χιούμορ, και, ει δυνατόν, να φοράει τη γραβάτα του κι όταν πήγαινε στα χωράφια. Είχε άλλη για γάμους και άλλη για κηδείες, που τις μπέρδευε καμιά φορά. Έμπορος κατά τα άλλα, με μπακάλικο και ξυλαποθήκη, εκτός από το σινεμά. Στα χωράφια ερχόταν μάλλον για να επιβλέπει, να μας βάζει να χαλάμε μια αράδα και να την ξανασπέρνουμε απ’ την αρχή, αν του φαινόταν λίγο στραβή ή πρόχειρη. Και αγαπούσε πολύ τα ζώα. Αυτό κυρίως μας άφησε ως κουλτούρα. Να αγαπάμε τα ζώα, να περπατάμε πολύ και να τρώμε με μέτρο. Οι παραπάνω πιρουνιές, έλεγε, είναι μαχαιριές. Μη φανταστείτε, βέβαια, κάποιον Γκάντι, ήταν καλοζωιστής ο άνθρωπος. Απλώς του άρεσε να σπρώχνει το πιάτο του πριν χορτάσει, γιατί τότε, έλεγε, θα ‘χει βαρυστομαχιάσει. Σοφόν το σαφές.



Πέρυσι με πλησίασε μια κοπέλα, λίγο τρακαρισμένη, και με ρώτησε αν είμαι όντως η αδελφή της Ζυράννας Ζατέλη. Είχα πάει στην παρουσίαση του βιβλίου ενός φίλου, ο οποίος θεώρησε καλό να κάνει πλάκα και να πει πως έχουμε εδώ και την αδελφή της Ζ.Ζ., η ίδια δεν μπορούσε να έρθει. Είστε στ’ αλήθεια η αδελφή της, με ρώτησε η κοπέλα, πώς γίνεται; Γιατί πώς γίνεται, της λέω, εκείνη γράφει, εγώ εμφανίζομαι - τη δένουμε, τη δέρνουμε να κάθεται να γράφει, πού το παράξενο. Απομακρύνθηκε κάπως ανήσυχη, μοιρασμένη στα δύο: να το πάρει στα σοβαρά; να γελάσει; Κάμποσο καιρό μετά με σταματάει ένας γνωστός στον δρόμο και μου λέει ότι άκουσε κάποιον να λέει ότι γνώρισε την αδελφή της Ζατέλη. Μα εγώ είμαι η αδελφή της, του λέω, γιατί πάτε να με μπερδέψετε;



Περί τα τέλη της δεκαετίας του ’70 έστειλα μια επιστολή στα ΝΕΑ, σε έναν επιφανή τότε δημοσιογράφο, παρακαλώντας τον να τη δημοσιεύσει. Ζητούσα εκεί έναν μεγαλόψυχο άνθρωπο, έναν μαικήνα ας πούμε, που να με ενισχύσει οικονομικά, στοιχειωδώς, όχι μεγάλα πράγματα, για να αφοσιωθώ στο γράψιμο χωρίς το άγχος του κατοστάρικου. Υπέγραφα ως «Ραμάνθις Ερέβους» και περίμενα τηλεφώνημά του - είχα δώσει το τηλέφωνο ενός φίλου, δικό μου δεν είχα. Κάποια μέρα με πήρε για να μου πει ότι κατανοεί μεν το ζήτημά μου, αλλά δεν μπορεί να δημοσιεύσει το γράμμα διότι θα περιέπιπτε, λέει, στον νόμο περί μαστροπείας. Άκου τώρα τρελό. Λίγα χρόνια μετά έστειλα στον δημοσιογράφο την Περσινή Αρραβωνιαστικιά και στην αφιέρωση έβαλα σε παρένθεση και το «Ραμάνθις Ερέβους», μα, αν του θύμισε κάτι αυτό ή όχι, δεν το γνωρίζω. Είναι πια στους ουρανούς ο άνθρωπος, πάει καιρός. Πάντως, έγραψε τότε μια καλή κριτική για το βιβλίο.



Δεν είναι και πολλά χρόνια που, μισακούγοντας να μιλούν στο ραδιόφωνο για τον Nikkei στο Τόκιο, νόμιζα ότι εννοούν τον Νικ Κέιβ! Τόση ασχετοσύνη, κι αν θέλετε το πιστεύετε. Σκάλωνα προφανώς στον ήχο της λέξης -Νικέι, Νικ Κέιβ- κι άφηνα τα άλλα. Κι απορούσα τι δουλειά μπορεί να έχει κάθε τόσο ο Νικ Κέιβ με το Τόκυο. Το ίδιο πάνω-κάτω κι όταν άκουγα γενικώς για χρηματιστήρια, για μετοχές, ομόλογα, φούσκες. Δεν καταλάβαινα πώς λειτουργεί όλο αυτό το «λεξιλόγιο», ήταν κινέζικα για μένα. Τώρα τελευταία άρχισα να καταλαβαίνω κάποια πράγματα, να τα παρακολουθώ όσο γίνεται, αλλά και πάλι αδυνατώ να τα εννοήσω πραγματικά, να τα εξηγήσω. Εξήγηση υπάρχει βέβαια για το πώς φτάσαμε εδώ που φτάσαμε, μα δεν αρκεί αυτό για τη θεραπεία. Και να θεραπευτούμε δηλαδή, πάλι από δω θα το πάμε, από κει θα το φέρουμε για να ξανανοσήσουμε, να ξαναθρέψουμε αποστήματα. Είναι ο παραλογισμός της μοίρας μας, τι να πω, του έλλογου είδους στο οποίο, υποτίθεται, ανήκουμε.



Το βαθύ βούρκωμα το έπαθα με την είδηση ότι λιώνουν οι πάγοι στην Αρκτική. Και γιατί λιώνουν οι πάγοι, από δικό τους καπρίτσιο; Πόσες ελπίδες, λοιπόν, να ‘χουμε μέσα στην έρμη υπεροχή μας, πώς να μη φτάσουμε στο σημερινό φονικό αλαλούμ μεταξύ μας; Καθόλου δεν μου αρέσουν οι οδυρμοί και τα κηρύγματα, οι ηθικολογίες, μα δεν μπορώ να μη σκέφτομαι κάτι που είπε, σε ανύποπτο χρόνο, ο Κοσμάς ο Αιτωλός: «Οι άνθρωποι θα πεθάνουν επειδή δεν θ’ αγαπούν πια τα δέντρα».



Η Ζυράννα Ζατέλη μάς ξεναγεί στο εργαστήριο της γραφής της με αφορμή το νέο της μυθιστόρημα

Η απλότητα ως ύστατη βλέψη

ποιητική

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ:  20/01/2002, 00:00

Η απλότητα ως ύστατη βλέψη

Η Ζυράννα Ζατέλη στο καφέ «Νέον» το 1979 (φωτογραφία: Κώστας Κάτσουλας)

                               

emailεκτύπωση





Την 1η Απριλίου 2001 στις «Προθήκες» του ενθέτου «Βιβλία» γράψαμε ότι κυκλοφορεί το καινούργιο μυθιστόρημα της Ζυράννας Ζατέλη με τίτλο «Μια τύψη σαν υλακή». Το πρωταπριλιάτικο αστείο έπιασε τόπο καθώς βιβλιοπώλες από όλη την επικράτεια έκαναν την επόμενη ημέρα παραγγελίες στον Καστανιώτη. Ο τίτλος, δάνειος από ποίημα του Τζιουζέπε Ουνγκαρέτι, μας φάνηκε ταιριαστός στον κόσμο της πεζογράφου, η οποία και μας απάντησε, μέσα μάλιστα από τις σελίδες του καινούργιου μυθιστορήματός της Ο θάνατος ήρθε τελευταίος, πρώτο μέρος μιας τριλογίας με τον τίτλο Με το παράξενο όνομα Ραμάνθις Ερέβους. Μια απάντηση-κλείσιμο ματιού στη σελίδα 610. Δεν θα πούμε σε αυτόν τον πρόλογο ότι η Ζατέλη γεννήθηκε στο Σοχό. Ούτε θα αναφέρουμε τους προηγούμενους τίτλους της. Ολα αυτά είναι γνωστά στο κοινό της.



- Τι υποδηλώνει το μότο του βιβλίου σας «Να του πεις πως η νιφάδα του χιονιού είναι τέλεια, μα ο άνθρωπος δεν είναι»;



«Τι άλλο απ' αυτό που ακούμε, δηλαδή απ' αυτό που μας αφήνει να φανταζόμαστε. Δεν είμαι ο άνθρωπος που θα έδινα μία και μόνο εξήγηση - μα ούτε και πολλές - σε κάτι που μας διεγείρει ψυχικά. Το θεωρώ αδιακρισία».



- Εχετε μια έφεση προς τις αινιγματικές καταστάσεις. Συχνά στις ιστορίες σας αυτά που δεν λέτε και ο τρόπος που δεν τα λέτε φαίνεται να έχουν την ίδια βαρύτητα με αυτά που λέτε. Θα θέλατε να το σχολιάσετε;



«Η αλήθεια είναι ότι πιο ενδιαφέρον έχει για μένα να υποβάλλει ένας συγγραφέας με τις ιστορίες του, να υπο-κινεί τα πνεύματα, παρά να τα λέει όλα ή να τα ξέρει όλα. Αφήνω πάντα μια θέση στο απρόβλεπτο, στο υπαινικτικό ή σε κάτι που το ετοιμάζω και το περιμένω από 'δώ και μπορεί να μου βγει από 'κεί. Κατά βάθος μόνο έτσι φέρνω σε πέρας ένα σχέδιο. Εχει μεγάλη σημασία να σε ξαφνιάζει ο εαυτός σου».



- Σε μια παλαιότερη συνέντευξή σας, τότε με τους «Λύκους», είχατε πει ότι η μεγαλύτερη απόλαυσή σας είναι να πλάθετε ιστορίες και μύθους από αγάπη κυρίως για το ανείπωτο. Ισχύει πάντα αυτό;



«Αν μου κάνατε αυτή την ερώτηση σε 15 ή 20 χρόνια, ανεπιφύλακτα θα σας απαντούσα "Περισσότερο από ποτέ" και ίσως με αυτό κατέθετα την πένα. Αλλά και τώρα, σε αυτό το μεσοδιάστημα που με βρίσκετε, μπορώ να σας βεβαιώσω ότι, ναι, ισχύει πάντα».



- Και το ανείπωτο για σας;



«Είναι το ανείπωτο. Νομίζω ότι κανένα έργο δεν μπορεί να συναγωνιστεί την ίδια τη ζωή ή την ίδια τη σκέψη. Οσο βαθύτερα το αισθανθεί κανείς αυτό τόσο καλύτερα κάνει τη δουλειά του, εννοώ την τέχνη του, αφήνοντας εκείνες τις ανεπαίσθητες ρωγμές για να διαφανεί αυτό που θα μας ξεπερνά πάντα».



- Το μυθιστόρημά σας αρχίζει με ένα δειλινό «αυλακωμένο από αστραπές», όπου οι πρώτες στάλες «αφήνουν πατημασιές στο χώμα», ο σάλος που κατεβαίνει από τα υψώματα μοιάζει με «στίφος ασωμάτων» και η ανταριασμένη γενικώς ατμόσφαιρα υπόσχεται πολλά... Σας γοητεύουν πάντα τα φυσικά φαινόμενα;



«Προφανώς. Καμιά φορά και μέχρι δακρύων. Είναι ο φόβος, το δέος, εκείνη η σκοτεινή χαρά, η συνταρακτική όψη της ζωής στην πιο φυσική εκδοχή της. Καθώς μάλιστα έζησα ως τα 18 μου σε περιβάλλον αγροτικό, δηλαδή εμείς και αυτά πρόσωπο με πρόσωπο, θα πρέπει κάποιες εικόνες να χαράχθηκαν μέσα μου εφ' όρου ζωής».



- Είναι σωστή η εντύπωση ότι τα στοιχεία της φύσης και τα ζώα διεκδικούν συχνά τη θέση ηρώων σας;



«Είναι οπωσδήποτε μια καλή παρατήρηση. Ναι, συχνά νιώθω την ανάγκη - ασυνείδητα μάλλον γίνεται - να δώσω μια προτεραιότητα σε τέτοιες καταστάσεις: φωνή στα άφωνα, τόπο στα άψυχα ή στα "κατώτερα", όπως νομίζουμε, έμψυχα. Το ζώο για μένα είναι κάτι σαν εικόνα Θεού. Και το παιδί επίσης».



- Με την ευκαιρία, τι λέτε για τη φήμη που κυκλοφορεί ότι για την Ολυμπιάδα του 2004 το κράτος θα αφανίσει από την Αθήνα τα αδέσποτα σκυλιά;



«Το άκουσα και εγώ και ταράχθηκα. Ελπίζω να μη συμβεί ούτε γι' αστείο κάτι τέτοιο, να πρυτανεύσει, όπως λέμε, η λογική στην κυβέρνηση, στην όποια κυβέρνηση, αλλιώς θα έχουμε τη γενική κατακραυγή. Δεν καταλαβαίνω, τα αδέσποτα σκυλιά είναι το πρόβλημα της Αθήνας; Ισα ίσα είναι ένα στοιχείο που δίνει "χρώμα" αλλά και αίσθημα σ' αυτή την πόλη. Το να τα περιορίσουν κάπου για εκείνο το διάστημα μπορώ να το καταλάβω. Αλλά να τα αφανίσουν... Τι σημαίνει, δηλαδή; Να τα δηλητηριάσουν; Να τους δώσουν φόλα; Δεν θέλω ούτε να το σκέφτομαι - θα πάω να ζητήσω άσυλο σε άλλη χώρα».



- Πώς διαχειριστήκατε το ζήτημα του μυθιστορηματικού χρόνου κατά τη διάρκεια της συγγραφής; Είχατε το υλικό σας ταξινομημένο, κατά κάποιον τρόπο, γραμμικά; Είχατε ένα χρονολόγιο γεγονότων στο οποίο προσφεύγατε για να μη «χαθείτε», ας πούμε, καθώς η αφήγησή σας είναι αρκετά δαιδαλώδης και συχνά γίνονται αναδρομές μέσα στις αναδρομές;



«Ποτέ δεν κατάφερα να κάνω ένα ολοκληρωμένο σχεδιάγραμμα με τα γεγονότα που έχω κατά νου να συμβούν, με τη σειρά που θέλω να συμβούν κτλ. Οποτε το αποπειρώμαι το αφήνω στη μέση, είναι σαν να διαταράσσεται η εσωτερική ροή. Το βασικό σχέδιο, ο πυρήνας, υπάρχει βέβαια μες στο κεφάλι μου, μα από εκεί και πέρα λαμβάνουν χώρα χίλια δυο, μια μυστήρια διαδικασία, επίμονη και λεπτεπίλεπτη, που μου είναι εξαιρετικά δύσκολο να την περιγράψω ή και να την κατανοήσω ενίοτε. Κάπου διάβασα - νομίζω στα Ημερολόγια του Ταρκόφσκι, δεν είμαι σίγουρη - πως όταν μια ιδέα ωριμάσει πραγματικά μέσα σου φτάνει να γίνεις ένας καλός "υπνοβάτης" στη συνέχεια, υπνοβάτης-εκτελεστής. Εχει μια δόση υπερβολής βέβαια μα δεν απέχει και πολύ από τη... μυθιστορηματική πραγματικότητα».



- Είναι γνωστό ωστόσο ότι κρατάτε και πολλές σημειώσεις...



«Αλλο αυτό. Οι σημειώσεις, τα αναρίθμητα χαρτιά και τετράδια που έχω με σημειώσεις, είναι πια το φυσικό μου περιβάλλον. Μα δεν πρόκειται - πλην κάποιων εξαιρέσεων - για σχεδιαγράμματα του τύπου τι θα γίνει τώρα, τι θα γίνει μετά, πού θα μπει αυτό, πού θα μπει εκείνο. Αυτά, όπως σας είπα, τα έχω "γραμμένα" λίγο-πολύ μες στο κεφάλι μου και με δικαίωμα κάποιας παράβασης αν χρειαστεί ή μετάθεσης για αλλού και άλλοτε. Οι σημειώσεις έχουν να κάνουν με διάφορα ετερόκλητα στοιχεία που δεν θέλω να χάσω ή να ξεχάσω. Φράσεις που με κυνηγούν από χρόνια ή από μέρες, σκέψεις, ιδέες, πληροφορίες, λέξεις-κλειδιά, σπαράγματα από κάποιο όνειρο που μου "μίλησε" ιδιαίτερα, από μια σκηνή στον δρόμο, από έναν διάλογο - ένα όργιο από υπαινιγμούς, τέλος πάντων, που με βοηθάει πολύ όταν μπλοκάρομαι πάνω σε κάτι να βρίσκω καινούργια ανοίγματα».



- Φοβηθήκατε ότι μένοντας στο περιβάλλον της Βόρειας Ελλάδας υπήρχε κίνδυνος επανάληψης;



«Επανάληψης σε σχέση με τι;».



- Με τους «Λύκους» ας πούμε.



«Κοιτάξτε, στον "τόπο του εγκλήματος" - για να μιλήσουμε κάπως συνωμοτικά - έχει ενδιαφέρον να τριγυρνά κανείς, όχι να κατοικοεδρεύει. Αλλωστε και τους "Λύκους" και τα προηγούμενα βιβλία μου τα έγραψα μακριά από τον γενέθλιο τόπο μου, απ' όπου έφυγα εδώ και 30 χρόνια. Είμαι της γνώμης ότι χρειάζεται πάντα μια απόσταση από κάτι που μας τροφοδοτεί εσωτερικά, αλλιώς η άμετρη οικειότητα μπορεί να μας πάρει από κάτω. Τη γνώση οπωσδήποτε την αποκτούμε από την επαφή με τα πράγματα, αλλά για την επίγνωση και τα περαιτέρω είναι απαραίτητη κάποια απόσταση».



- Οπως στους «Λύκους», έτσι και εδώ κρατάτε πάλι το πολυπρόσωπο σχήμα. Γιατί;



«Ε, τι να γίνει, δεν υπήρξαμε μοναχοπαίδια».



- Προτιμήσατε επίσης και πάλι το τρίτο πρόσωπο στην αφήγηση.



«Στην παρούσα φάση της ζωής μου μού έρχεται πιο φυσικό, ακόμη και πιο απελευθερωτικό, να στήνω την αφήγηση σε τρίτο πρόσωπο. Σε αρκετά διηγήματά μου είχα κρατήσει το πρώτο ενικό, είχε και εκείνο τη χάρη του ή την αφέλειά του και ίσως το ξαναδοκιμάσω κάποτε για λίγο, πάντως το μυθιστόρημα, όπως το αισθάνομαι, χρειάζεται μια πλατύτερη ανάσα, κάτι πιο πέρα από το εγώ».



- Σας ενδιαφέρουν περισσότερο οι χαρακτήρες ή οι καταστάσεις;



«Με ενδιαφέρουν εξίσου και τα δύο, δεν καταλαβαίνω από τέτοιες "διαφορές", τις θεωρώ λίγο-πολύ προφάσεις εν αμαρτίαις».



- Μήπως ηχούν παράξενα τα ονόματα των ηρώων σας;



«Μπορεί, αν και για τους παλιούς αναγνώστες μου θα είναι πια αρκετά οικεία. Οπως τα μάτια θεωρούνται "κατοικία της ψυχής", έτσι και το όνομα για μένα φέρει έναν απόηχο από μέσα».



- Από την «Περσινή αρραβωνιαστικιά» ως σήμερα έχετε γίνει πιο απαιτητική από τους αναγνώστες σας ή μήπως τους ζητάτε να... αφεθούν;



«Και τα δύο, αν μου το επιτρέπετε, θα ήθελα να συμβαίνουν και τα δύο. Θα ήταν ένας ιδανικός συγκερασμός».



- Είναι σωστή η εντύπωση ότι, ενώ οι ήρωές σας έχουν ενύπνια όνειρα, δεν κάνουν «όνειρα ζωής»;



«Εξαρτάται πώς εννοεί κανείς τα "όνειρα ζωής". Ας παραδεχθούμε ότι την σήμερον ημέρα παραείναι πεζά και υλικά. Ομολογώ πάντως ότι με την ερώτησή σας αυτή συνειδητοποιώ πως... ναι, έχουμε να κάνουμε με πλάσματα που, κατά το μάλλον ή ήττον, αγγίχθηκαν από το αεράκι της ματαιότητας».



- Είστε περισσότερο απαισιόδοξη ή αισιόδοξη;

«Μου αρέσει πολύ εκείνος ο ορισμός για τον απαισιόδοξο: είναι ένας καλά πληροφορημένος αισιόδοξος».

- Η συγγραφή του τόμου «Ο θάνατος ήρθε τελευταίος» διήρκεσε περίπου επτά χρόνια. Η ενασχόληση με το ίδιο κείμενο για μεγάλο διάστημα στερεί τον αυθορμητισμό;

«Καθόλου δεν νομίζω πως τον στερεί, απλώς μαθαίνει κανείς κάποτε ότι ο αυθορμητισμός από μόνος του δεν φτάνει. Προσωπικά, αν και γράφω χρόνια, δεν έχω αισθανθεί αυτό που λένε "συγγραφική ρουτίνα". 'Η, αν πρέπει να μιλήσουμε ντε και καλά για ρουτίνα, τότε θα τη χαρακτήριζα... βιβλική ρουτίνα».

- Μένει τελικά τίποτε κρυφό στη ζωή μας; Στα βιβλία σας ο χρόνος πάντα αποκαλύπτει...

«Και καθώς ο χρόνος δεν έχει τέλος, δεν έχουν τέλος και οι αποκαλύψεις».

- Γιατί επιδιώκετε τη συνύπαρξη λόγιων και «λαϊκών» εκφράσεων;



«Δεν το επιδιώκω ακριβώς και πόσο μάλλον εν ψυχρώ. Είναι μια φυσική κατάσταση μέσα από μια ψυχική ή πνευματική διεργασία. Υπάρχει τέτοιος πλούτος σ' αυτή τη γλώσσα... Θα περνούσα και δεν θα τον άγγιζα;».



- Πώς θα χαρακτηρίζατε τη δική σας γλώσσα; Πρόκειται για ένα προσωπικό «κατασκεύασμα»;



«Η γλώσσα ενός συγγραφέα μιλάει μόνη της. Το να μιλάει ο συγγραφέας για τη γλώσσα του είναι κατ' εμέ το τελευταίο που οφείλει να κάνει».



- Γιατί σας ελκύει ο αριθμός 7; Π.χ., ένα μυθιστόρημα ανά επτά χρόνια, πέντε θάνατοι συν δύο, από επτά σελίδες έκαστος...



«Μόνο ως συγγραφέας ίσως πρωτοτυπώ στο ζήτημα, κατά τα άλλα ο αριθμός 7 γοητεύει ανέκαθεν τα άτομα, τις ψυχές... Πιστέψτε με πάντως ότι τα πάω καλά και με τους άλλους αριθμούς».



- Θα περιμένουμε επτά χρόνια για καθέναν από τους επόμενους τόμους τού «Ραμάνθις Ερέβους»;



«Για τον επόμενο πιθανότατα να μου φτάνουν και πέντε, για τον μεθεπόμενο είναι νωρίς ακόμη να προβλέψουμε. Αρκεί να μη νομίζουν οι άνθρωποι ότι πρόκειται για ένα μυθιστόρημα σε τρεις συνέχειες. Πρόκειται για τρία ξεχωριστά και αυτοτελή μυθιστορήματα που καταλήγουν να είναι και σπονδυλωτά - κάτι που θα φανεί καλύτερα όταν παραδώσω και το τρίτο».



- Ακούστηκε να λέτε κάπου, πολύ αυθόρμητα, ότι δεν θέλετε παρά να γράψετε επτά βιβλία. Πάλι το επτά...

«Κοιτάξτε, αν μου βγει να γράψω και ένα όγδοο ή και ένα ένατο, δεν θα το εμποδίσω στον εαυτό μου, δεν θα κόψω τα χέρια μου. Οπως δεν θα τρελαθώ από τον καημό μου αν σταματήσω στα έξι - άλλωστε κανείς δεν ξέρει τι του ξημερώνεται. Πάντως, λαμβάνοντας υπόψη τον μισό αιώνα ζωής που συμπλήρωσα και κάποιες άλλες παραμέτρους, το να γράψω επτά βιβλία - δηλαδή άλλα τρία - μου φαίνεται και φυσικό και εφικτό και επαρκές. Συν η γοητεία του 7, που λέγαμε».

- Στο τρίτο μέρος του βιβλίου κάνετε αισθητή την παρουσία σας ως συγγραφέα με κάποιες σημειώσεις. Γιατί;

«Δεν είναι παραπάνω από δύο αυτές οι σημειώσεις και μία τρίτη που υπάρχει στο πρώτο μέρος».

- Και κάποιος είπε επί λέξει το εξής: «Ο Θεός να με συγχωρέσει, διαβάζω Ζατέλη σαν να διαβάζω Ντοστογέφσκι». Ισως έφθασε και στα δικά σας αφτιά. Τι έχετε να πείτε;

«Μεγάλη κουβέντα ασφαλώς. Ο Θεός να τον συγχωρεί και να τον ευλογεί».

- Είναι σωστή η αίσθηση ότι, παρά την περίπλοκη αφήγηση, τελικά προασπίζεστε την απλότητα;

«Ναι, εφόσον η απλότητα είναι η ύστατη "βλέψη" του νου, ο καθαγιασμός μετά το βάσανο».

IANOΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ –ΗΔΟΝΗ ΣΤΟΝ  ΚΡΟΤΑΦΟ

Δεν τις απογοήτευσε. Το φανέρωναν οι αντιδράσεις τους βγαίνοντας από τον «Ιανό» στην παγωμένη το βράδυ της Παρασκευής Αριστοτέλους. Η συνάντηση της Ζυράννας Ζατέλη με τις φίλες του έργου της είχε τελειώσει και επέστρεφαν στην πεζή πραγματικότητα.

Η χρήση του θηλυκού γένους δεν είναι τυχαία. Λένε ότι οι γυναίκες πηγαίνουν στο θέατρο, οι γυναίκες διαβάζουν λογοτεχνία. Το απέδειξαν και με την παρουσία τους στο πατάρι του βιβλιοπωλείου, αφού υπερτερούσαν συντριπτικά των ανδρών. Και ήταν πολλές. Στις 6.30 είχαν καταλάβει το χώρο, στις 7 η αίθουσα είχε γεμίσει ασφυκτικά και λίγο μετά η Ζυράννα Ζατέλη, γυναίκα που σίγουρα δεν περνά απαρατήρητη, ξαφνικά μπήκε μέσα, κάθισε πίσω από το μικρόφωνο μόνη, άφησε δίπλα τις σημειώσεις της, «μου είχαν πει ότι εδώ στη Θεσσαλονίκη το 7 σημαίνει 7.30», και αποφεύγοντας τον τετριμμένο τρόπο παρουσίασης βιβλίων από αλληλολιβανιζόμενους συγγραφείς, έβαλε τις φίλες και τους φίλους του έργου της στο εργαστήριο του συγγραφέα, μιλώντας για τα «πάθη, τα λάθη και τα μυστικά της γραφής».

Αφορμή ήταν το τελευταίο βιβλίο της με το χαρακτηριστικά «ζατελικό» τίτλο «Ηδονή στον κρόταφο», μία συλλογή διηγημάτων που είχε δώσει κατά καιρούς σε διάφορα έντυπα. «Αδέσποτα» τα χαρακτήρισε, παραδέχτηκε πως θα δυσκολευτεί να μιλήσει μόνη της για το βιβλίο και ίσως θα ζητήσει τη βοήθεια των αναγνωστών της, για να συνεχίσει, αλλά παρ’ όλους τους δισταγμούς της αποδείχτηκε μία γοητευτική ξεναγός στον κόσμο της. Μίλησε για τις γάτες της -«απέκτησα μία κίτρινη, που την ονόμασα Σέρκα, σαν κουκουβάγια ήταν»- για το τετράδιο όπου σημειώνει παράξενα ονόματα -«το Ωραιοζήλη ήταν γραμμένο σε ένα κιβώτιο στο οστεοφυλάκιο του νεκροταφείου του Σοχού, όπου πήγα με τη γυναίκα του αδελφού μου»- για τον τρόπο με τον οποίο μεταπλάθει κάθε στιγμή της πραγματικότητάς της σε κείμενο. Όμως ανέφερε και κάτι άλλο: «Μπορεί να είμαι τρελή και αλλοπαρμένη, αλλά είμαι και προσγειωμένη και σοβαρή».

Η Ζυράννα Ζατέλη παρακολουθεί την πραγματικότητα, έστω κι αν δεν θέλησε να τη σχολιάσει και αντιστάθηκε στην πίεση για επιπλέον αποκαλύψεις. «Ζυράννα είναι το πραγματικό μου ψευδώνυμο», είπε βάζοντας μία μεγάλη τελεία στις ερωτήσεις. Χαιρέτησε τον Θωμά Κοροβίνη και του έδωσε και τα δικά της συγχαρητήρια για τη βράβευσή του, θυμήθηκε φίλους της που χάθηκαν, όπως ο Αργύρης Χιόνης και ο Βασίλης Διοσκουρίδης, και αφιέρωσε τη βραδιά στον «Ιανό» στη μνήμη του Θόδωρου Αγγελόπουλου, που «με μοιραίο τρόπο έπαιξε το μεγάλο ρόλο της ζωής του». Με την υπόμνηση «δεν φορτώθηκα σε κάποιον», όταν έκανε τα πρώτα συγγραφικά βήματά της, άκουσε με υπομονή τα υμνητικά σχόλια για τη δουλειά της νεαρού, επίδοξου, συγγραφέα, και χειροκρότησε μαζί με όλους στο πατάρι του «Ιανού» τη συγκινημένη νεαρή γυναίκα που διηγήθηκε πώς ένα βιβλίο της συγγραφέως τη βοήθησε να διατηρεί ζωντανή μέσα της τη μνήμη των δικών της νεκρών.



ΑΠΟ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ




.Ζυράννα Ζατέλη:

1. O ηλίθιος, Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι

2. Έγκλημα και τιμωρία, Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι

3. Το μαγικό βουνό, Τόμας Μαν

4. Το μοναστήρι της Πάρμας, Σταντάλ

5. Το στρίψιμο της βίδας, Χένρι Τζέιμς

6. Πόλεμος και ειρήνη, Λέων Τολστόι

7. Νεκρές ψυχές, Νικολάι Γκόγκολ

8. Εκατό χρόνια μοναξιά, Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες

9. O άνθρωπος χωρίς ιδιότητες, Ρόμπερτ Μούζιλ

10. O Αιγύπτιος, Μίκα Βάλταρι



Ανέσυρα λοιπόν το κείμενο για χάρη του αφιερώματος. Εντυπώσεις είναι από την ομιλία της Ζυράννας Ζατέλη στη Στοά του Βιβλίου το Μάιο του 2010. Την είχαμε παρακολουθήσει μαζί με τη Ρουμπίνη που είχε επιμεληθεί το κείμενο που ακολουθεί.



Επί της ουσίας

"Θα είμαι σύντομος!", λένε κάποιοι ομιλητές και με σιγουριά περιμένεις έναν λόγο που θα κρατήσει πολύ και θα σου φανεί πως διήρκεσε ακόμη περισσότερο.

Αυτή δεν είναι η περίπτωση της Ζυράννας Ζατέλη.

Δεν έχει προετοιμάσει τίποτα, μας κοιτά με κάτι μάτια-βαθιά πηγάδια -αν πέσεις μέσα, χάθηκες-εκλιπαρώντας για υποστήριξη, για μια ερώτηση, που όμως, σύμφωνα με τους συντονιστές, οφείλει να περιμένει το τελευταίο μισάωρο της εισήγησης.

Δεν είναι μια φυσιογνωμία με την οποία περιμένεις να διασταυρωθείς στο δρόμο. Εκτός κι αν προαυλίζεσαι στον κήπο του φρενοκομείου. Μοιάζει να ξεδιπλώθηκε απ’ τις σελίδες κάποιου βιβλίου της. Ένα προσχηματικό φύσημα την μετέφερε από τη δυσδιάστατη έκδοση  στις τρεις διαστάσεις. Υποτυπωδώς. Αν γυρίσει στο πλάι, μπορεί και να εξαϋλωθεί. Έχει μια φωλιά πελεκάνων για μαλλιά και νάτη.

Πίνακας Θ. Μακρή

 Για λίγο θα είναι μαζί μας και μετά θα βουτήξει στον μαγικό της κόσμο. Όσο όμως κάθεται πίσω απ’ την έδρα του εισηγητή είναι απόλυτη, μακράν πιο πραγματική κι αληθινή απ’ όλους τους φερόμενους ως εκφραστές της αλήθειας. Θα μπορούσε να παραμείνει σιωπηλή και πάλι να είναι εύγλωττη. Η Ζυράννα ξεχειλίζει αλήθεια. Όπως όλοι οι άνθρωποι που κατοικούν μακρυά απ' τον κόσμο που εμείς οι υπόλοιποι βαφτίσαμε πραγματικό. Όπως όλοι οι άνθρωποι που έχουν το χάρισμα να δημιουργούν δικούς τους κόσμους.

Δεν σιωπά. Είναι γενναιόδωρη.

 Η φωνή ζεστή, ραδιοφωνική. Τέλεια άρθρωση, χωρίς ε. Λόγος συνεχής, στρωτός, αυθόρμητος.

Μας μιλάει για τα παιδικά της χρόνια.

Γεννημένη το 1951.

Σιγά μην έκρυβε την ηλικία της -εδώ ξεγυμνώνει την ψυχή της.

Γονείς του δημοτικού, ωστόσο θα μπορούσαν να γίνουν συγγραφείς.

«Ο πατέρας μου», λέει, «ήταν εξαίρετος αφηγητής. Διηγούταν τις ίδιες ιστορίες πολλές φορές, μα πάντα τις διάνθιζε με νέα στοιχεία. Ήταν πάντα το ίδιο και πάντα διαφορετικό. Η μητέρα μου, αν έγραφε θα ήταν μία Βιρτζίνια Γουλφ. Έχω 4 αδέλφια, τα περισσότερα ετεροθαλή. Συνηθισμένο φαινόμενο στις αγροτικές επαρχίες, όπου οι πατεράδες χήρευαν νέοι και παντρεύονταν χήρες με δικά τους παιδιά».







Η Ζυράννα ήταν το μικρότερο παιδί της οικογένειας και μαζί με τον αδερφό της, τα μόνα που μεγάλωσαν με τους βιολογικούς τους γεννήτορες. Και όντως μοιάζει με στερνοπούλι, χαϊδεμένο και τρυφερό. «Οι περίεργες και πολυπλόκαμες οικογενειακές μου σχέσεις, αποτυπώθηκαν στους λύκους. Να φανταστείτε πως μεγάλη, κάποτε στη Θεσσαλονίκη, συναντήθηκα με τον αδερφό του αδερφού μου, τον οποίο δεν είχα μέχρι τότε γνωρίσει!» Δεν έχω ιδέα πώς γίνεται αυτό! Αν και μάλλον εννοεί τον ετεροθαλή αδερφό του ετεροθαλούς αδερφού της (ώ ετεροθαλή αδερφέ και συγνώμη για τη διακοπή).

Ο ήχος της φωνής της ανοίγει παλιά σεντούκια. Μοσχοβολούν σφεντάμι τα λόγια της και μια γοτθική αύρα του Ζυραννόκοσμου. Αυτή τη σαγηνευτική μαυρίλα των βιβλίων της, την ντύνει με  τα θεατρικά της ρούχα, το έντονο μακιγιάζ. Ένα ίχνος αφήνει στα γραπτά της. Το αυθεντικό πλάσμα είναι εδώ μπροστά μας. Ολοζώντανο με το δικό του αλλοπαρμένο τρόπο.

Έχουμε απομείνει όλοι να τη χαζεύουμε.

«Ερωτήσεις;», μας εκλιπαρεί.

Ελλείψει ανταπόκρισης, απαντά σε ερωτήσεις συνεντεύξεων που της άρεσαν.

«Πότε ξεκίνησα να γράφω; Στα 7 με 8.

Γιατί; Είδα έναν κεραυνοβολημένο άνθρωπο που τον μετέφεραν οι συγχωριανοί στην καρότσα ενός φορτηγού. Ήταν ακόμα ζωντανός. Το ένα μπράτσο τεντωμένο, χειρονομούσε με ένταση, μέχρι που το χέρι έπεσε. Γύρισα σπίτι τρελαμένη κι άρχισα να ξεφορτώνω σ’ ένα τετραδιάκι.

Το δεύτερο περιστατικό που θυμάμαι, ήταν στα δεκατρία. Παραστεκόμουν στη γιαγιά μου που πέθαινε, με την εντολή να της διαβάζω κάποιο θρησκευτικό βιβλίο. Η γιαγιά βρισκόταν σε βύθιση. Κάποια στιγμή άνοιξε τα μάτια της και τα κάρφωσε πάνω μου.

- Τώωωωρα περιμένουν να πεθάνω; Με ρώτησε με ειρωνεία, πίκρα και φόβο μαζί.

Πέθανε μετά από λίγες ώρες.

Το 1966, έπεσα πάνω στις φωτογραφίες των παιδιών απ’ τη Μπιάφρα, που ξεψυχούσαν απ’ την πείνα. Είχα καρφωθεί στο αποστεωμένο πρόσωπο ενός παιδιού μ’ αυτά τα μάτια -ξέρετε!-  που είναι μεγάλα σαν εβδομάδες (όχι, δεν ξέρουμε! Μόνο η Ζυράννα μπορούσε να το σκεφτεί αυτό!)

Ναι ο θάνατος είναι η αιτία που γράφω! Μα αν δεν υπήρχε ο θάνατος δεν θ’ αποζητούσαμε να παρατείνουμε τη ζωή μέσω της τέχνης, ή της φιλοσοφίας ή της ποίησης. Ο θάνατος τα γεννάει όλα. Έτσι δεν είναι;

Λένε για κάποιους συγγραφείς: αυτός είναι εχθρός του θανάτου, οπαδός της ζωής κι εγώ λέω ότι αυτό είναι προσβολή. Είναι σα να μιλούν για μισούς ανθρώπους. Δεν είναι αποκομμένος ο θάνατος απ’ τη ζωή!»

Μιλάει για την ηδονή της γραφής. Τη χαρά της ολοκλήρωσης που την απογειώνει. Μια ηδονή που πληρώνει πολύ ακριβά.

Έχουμε ακούσει από πολλούς συγγραφείς για το μαρτύριο της γέννας ενός βιβλίου. Πιο πολύ απ΄όλους, πιστεύω τη Ζυράννα. Δείχνει τυραννικά βασανισμένη.

«Όταν έχω έμπνευση, πολλές διαφορετικές εκδοχές της ιστορίας με διεκδικούν. Όλες εξαιρετικές. Η επιλογή προκαλεί πόνο. Κάποιες πρέπει ν’ αφήσω. Όταν μπλοκάρω, υποφέρω πάλι. Προσπαθώ να σταματήσω να κλαίω, να ηρεμήσω. Καταφεύγω στις σημειώσεις μου ή περπατάω. Κι αν ακόμα συνεχίζω να γράφω, δεν είμαι ικανοποιημένη. Αυτό που γράφω, δεν είναι το καλύτερο που μπορώ.»

Ένα μπλοκάκι με σκληρό εξώφυλλο είναι ακουμπισμένο δίπλα της, πάνω στο γραφείο. Το κοιτάει για υποστήριξη, το αγγίζει, το χαϊδεύει. Είναι ένα απ’ τα πολλά της σημειωματάρια. Δεν ξεκουνάει χωρίς αυτά. Είναι τα παιδιά της. Το χέρι βοηθείας. Στη διάρκεια της εισήγησης κολλάει. Φοράει κάτι γυαλιά που θυμίζουν μάσκα δύτη. Νομίζουμε πως μας κάνει πλάκα. Μπορεί και να μας κάνει. Ξεφυλλίζει το τετραδιάκι της, χωρίς πραγματικά να στέκεται σε συγκεκριμένη σελίδα. Και μόνο η επαφή, της δίνει κουράγιο να συνεχίσει.

«Όλο μου το σπίτι είναι σπαρμένο τετράδια σαν αυτό. Όπου βρεθώ, πρέπει να έχω κάποιο εύκαιρο για να σημειώνω. Στο κομοδίνο, έχω το τετράδιο της νύχτας. Εκεί γράφω τα όνειρά μου. Το υλικό που παίρνω από κει είναι μοναδικό, μα έχει το τίμημά του. Τα καλύτερα όνειρα, τα βλέπουμε αφού περάσουμε το πρώτο στάδιο του βαθύ ύπνου. Αυτά είναι τα πιο έντονα. Έχω εκπαιδεύσει τον εαυτό μου να ξυπνάει, να γράφει και να ξανακοιμάται. Το πρόβλημα είναι, πως καθώς περνούν τα χρόνια, δεν μπορώ να ξανακοιμηθώ! Αλλά η τέχνη, όπως είπα, έχει το τίμημά της. Όπως κι ο έρωτας. Η μόνη, η αποκλειστική ηδονή που δεν συνεπάγεται κανενός είδους τίμημα, είναι η ανάγνωση ενός καλού βιβλίου»

(Μακάρι να την άκουγαν τα παιδιά μου).

Και να που οι παριστάμενοι ξεθαρρεύουν και ρωτούν.

-          Γιατί γράφετε;

-          Γιατί δεν μπορώ να κάνω αλλιώς.

-          Ποιοι είναι οι αγαπημένοι σας συγγραφείς;

-          Πάρα πολλοί. Ξεκίνησα με τους μεγάλους κλασικούς του 19ου αιώνα (το «έγκλημα και τιμωρία» προβάλλει ξεκάθαρο μπροστά μου. Η Ζυράννα εκπέμπει τηλεπαθητικά μηνύματα). Αμερικάνους, Ευρωπαίους, Άγγλους, Γάλλους, Ρώσους (νάτο έρχεται). Ο Ντοστογιέφσκι με συγκλόνισε!

-          Γιατί πιστεύετε πως σας διαβάζουν;

-          (Αμηχανία). Δεν ξέρω…Τι να πω; Γιατί δεν μας λέτε εσείς; Γιατί με διαβάζετε;

-          Υπάρχουν άλλες αγάπες στη ζωή σας; Κάποια μεγαλύτερη απ’ το γράψιμο;

-          Ήμουν παντρεμένη, αλλά χώρισα. Μετά είχα μια μακρόχρονη σχέση, μα κι αυτή τέλειωσε. Το γράψιμο επικράτησε. Όμως ακόμα έχω όνειρα, ακόμα ελπίζω στον επόμενο έρωτα(αυτοσαρκαστικό χαμόγελο).

Θέλω κι εγώ να τη ρωτήσω κάτι, μόνο για ν’ αποκτήσω το προνόμιο να διεκδικήσω για λίγο την προσοχή της. Τελικά δε ρωτάω τίποτα. Δεν χρειάζεται. Αρκεί να την κοιτάξεις για να πάρεις την απάντηση. Ήθελα να μου πει, πώς ένας συγγραφέας σαν εκείνη, καταφέρνει να τα βγάλει πέρα μ’ αυτή τη φρίκη που έχει πλήξει τη χώρα. Η απάντηση είναι προφανής:

Η Τέχνη είναι η μόνη διέξοδος.


Όλα είναι δυνατά

Χρίστος Γραμματίδης για το amagi.gr

H Ζυράννα Ζατέλη είναι μία σπουδαία συγγραφέας. Είναι μάλλον μία κατηγορία από μόνη της στην ελληνική πεζογραφία. Ταυτόχρονα, είναι κι ένα αερικό της πόλης, ένα «τοπόσημο» για όσους περπατάμε την Αθήνα. Και έχει και υπέροχη φωνή, εντελώς ξεχωριστού χρώματος: τη θεωρώ την πιο συναρπαστική αναγνώστρια. Τα λέω αυτά ως εισαγωγή, μιας και σκοπεύω να μοιραστώ μια ιστορία με ηρωίδα τη Ζυράννα, μια ιστορία πραγματική.
Η ιστορία συμβαίνει προ ετών σε ένα φιλικό σπίτι. Είμαστε καλεσμένοι για μεσημεριανό μια Καθαροδευτέρα. Όλα τα εδέσματα της ημέρας είναι πάνω στο τραπέζι (χταπόδια, ταμαροσαλάτες, αχινοί, μύδια, λαγάνες) κι όλη η παρέα ένα γύρο, με γέλια και ιστορίες και συζητήσεις. Η Ζυράννα, καλεσμένη κι αυτή των φίλων μας, έρχεται λίγο αργοπορημένη. Ήταν στο νοσοκομείο να δει τον Κωστή Παπαγιώργη, τότε στα τελευταία του. Φτάνει λίγο κουρασμένη, λίγο σκοτεινή. Κάθεται μαζί μας, ανάβει τσιγάρο, μας λέει για τον Κωστή και την υγεία του. Μετά από λίγο σηκώνεται διακριτικά και πηγαίνει προς το μέσα μέρος του σπιτιού, χάνεται στον διάδρομο που οδηγεί στις κρεβατοκάμαρες.
Εμείς τρώμε, πίνουμε, συζητάμε. Φτάνει το βράδυ, και οι οικοδεσπότες δεν έχουν αναρωτηθεί, «Πού είναι η Ζυράννα;». Εφόσον δεν το αναφέρουν αυτοί, δεν το αναφέρει και κανείς από τους καλεσμένους. Ενώ πίνουμε ποτά καπνίζοντας στον καναπέ, η Ζυράννα κάνει την εμφάνισή της από το βάθος του σπιτιού.
«Έκατσα και ξαναείδα το Φάννυ και Αλέξανδρος», μας ανακοινώνει.
«Πες μας εντυπώσεις», της λέει ο οικοδεσπότης.
Η Ζυράννα λέει: «Είναι τόσο μεγάλος ο Μπέργκμαν, μετά από πενήντα χρόνια μεταφυσικής έκανε αυτό το φιλμ».
Σιωπούμε. Μετά από λίγο φεύγουμε, έχουμε περάσει υπέροχα, αγκαλιές, φιλιά, «Ευχαριστούμε», «Να ξαναμαζευτούμε, ρε παιδιά, ωραία ήτανε».
Τόσο καιρό μετά, δεν έχω ξεχάσει την Ζυράννα και την εντύπωση που μου έκανε εκείνη τη βραδιά. Στη μάζωξη, στη γιορτή, η Ζυράννα ήταν παρούσα. Ενώ έλειπε από το δωμάτιο, υπήρχε μια βαρύτητα, ένα μαγνητικό πεδίο προς τη μεριά του διαδρόμου: κοίταζες το σκοτάδι του και ήξερες ότι η Ζυράννα ήταν «κάπου εκεί». Κι όταν μάθαμε ότι προτίμησε τον Μπέργκμαν από μας, κανείς δεν το θεώρησε παράξενο. Ίσα-ίσα, φάνηκε λογικό. Να πας σ’ ένα σπίτι και, ενώ όλοι είναι μαζεμένοι στο σαλόνι, εσύ να κάτσεις στην κρεβατοκάμαρα να δεις το «Φάννυ και Αλέξανδρος».
Όντως πολύ σπουδαίο φιλμ,  ένα μεγάλο ΝΑΙ στη ζωή, στη χαρά και στον έρωτα. Ο επίσκοπος στο φιλμ είναι βέβαια ο πατέρας του Μπέργκμαν και αυτόν είναι που ξορκίζει ο μεγάλος Σουηδός. Το φάντασμά του στο τέλος της ταινίας προειδοποιεί τον Αλέξανδρο ότι δεν θα καταφέρει ποτέ να απελευθερωθεί. Κι όμως, στα 65 του ο Μπέργκμαν απελευθερώνεται και μέσω του Στρίντμπεργκ (δεν είναι τυχαία η επιλογή της γιαγιάς να θέλει να παίζει Στρίντμπεργκ) ο Μπέργκμαν δηλώνει: «Όλα είναι δυνατά, αφού ο χώρος και ο χρόνος δεν υπάρχουν». Ναι, μεγάλε Ίνγκμαρ. Όλα είναι δυνατά. Μόλις ξορκίσουμε τους πατεράδες μας.
Και κάπως έτσι, τελικά, η Ζυράννα νοηματοδότησε τη βραδιά μας, φώτισε αλλιώς τη γιορτή μας, μας χάρισε μια ανάμνηση. Ας είναι καλά.
 

Δεν υπάρχουν σχόλια: