Τετάρτη, 22 Ιουνίου 2016

Χρόνια Πολλά (για χτες) Μεριλ Στριπ!

Απλά δεν μπορούσα να αντισταθώ στο να το ανεβάσω, τη θαυμάζω τόσο πολύ για το ταλέντο της και για τον τρόπο που το διαχειρίστηκε..


Σάββατο, 18 Ιουνίου 2016

Μες τους προσφυγικούς συνοικισμούς


 Στέκομαι και κοιτάζω τα παιδιά· παίζουνε μπάλα. Κάθομαι στο ορισμένο καφενείο· σε λίγο θα σχολάσουν και θ’ αρχίσουν να καταφτάνουν οι μεγάλοι. Κουρασμένοι απ’ τη δουλειά, είναι πολύ πιο αληθινοί. Οι περισσότεροι γεννήθηκαν εδώ σ’ αυτή την πόλη, όπως κι εγώ. Κι όμως διατηρούν πιο καθαρά τα χαρακτηριστικά της ράτσας τους και την ψυχή τους, από μας τους διεσπαρμένους. Ιδίως όταν τους βλέπω εδώ, μου φαίνονται πιο γνήσιοι. Κάπως αλλιώτικοι μοιάζουν μακριά, σε άλλα περιβάλλοντα συναντημένοι.
Η αλήθεια πάντως είναι πώς στο ζήτημα της αναγνωρίσεως έχω φοβερά εξασκηθεί. Όπου κι αν είμαι, τον Πόντιο, ας πούμε, τον διακρίνω από μακριά· κι από μια γραμμή του κορμιού του μονάχα. Δεν είναι ανάγκη ν' ακούσω την ομιλία του, ούτε να διαπιστώσω την αλλιώτικη μελαχρινάδα. Σπανίως να πέσω έξω. Από κοντά όμως είμαι ολότελα αλάνθαστος. Το ίδιο και με τους Καραμανλήδες, τους Καυκάσιους, τους Μικρασιάτες απ’ τις ακτές, τους άλλους απ' τά βάθη, τους Κωνσταντινουπολίτες, από μέσα ή απ’ τα περίχωρα, κι ας επιμένουν όλοι τους πως είναι απ' την καρδιά της Πόλης, κι απ' το Γαλατά. Οι Θρακιώτες όμως έρχονται πιο καστανοί· ξανθοί πολλές φορές, κι ευκολότερα μπερδεύονται με πρόσφυγες από μέρη άλλα. Εξάλλου σα να έχουν χάσει την ιδιαίτερη προφορά τους ή ίσως εγώ να την έχω συνηθίσει. Μπερδεύονται κυρίως μ' αυτούς πού ήρθαν απ' τη Ρωμυλία. Αυτό συμβαίνει κι ανάμεσα στους Ηπειρώτες και στους άλλους απ' τις περιοχές του Μοναστηρίου.
Όταν τους μπερδεύω, το καταλαβαίνω συνήθως αργά· γιατί έχω τόση πεποίθηση πάνω σ' αυτό το ζήτημα, ώστε σπανίως ρωτώ. Κατά βάθος βέβαια αυτό δεν είναι σφάλμα, είναι διαπίστωση.
Κι όμως πόση συγκίνηση έχει να κοιτάζεις ή να συζητάς στα καφενεία και να διαισθάνεσαι τη δική σου ή μια άλλη πανάρχαια ράτσα. Ακούς εκείνες τις φωνές με τη ζεστή προφορά και σού 'ρχεται ν' αγκαλιάσεις. Ονόματα από σβησμένους τάχα λαούς και χώρες δειλιάζουν μέσα στο νου· μεθώ μονάχα και που τα λέω από μέσα μου, καθώς ολοένα βεβαιώνομαι. Χαίρομαι να κοιτάζω τις αδρές και τίμιες φυσιογνωμίες τους, κι ανατριχιάζω βαθιά, όταν σκέφτομαι πώς αυτός πού μου μιλά είναι δικός μου άνθρωπος, της φυλής μου. Κάτι σα ζεστό κύμα με σκεπάζει ξαφνικά, θαρρείς και γύρισα επιτέλους. Δεν έχει σημασία που δε γνώρισα ποτέ αυτή την πατρίδα ή που δε γεννήθηκα καν εκεί. Το αίμα μου από κει μονάχα τραβάει· εκτός κι αν είναι αληθινό πώς ο άνθρωπος αποτελείται απ' αυτά πού τρώει και πίνει, οπότε πράγματι είμαι από δω. Και πως εξηγείται τότε όλη αυτή ή λαχτάρα;
Γυρνώ μες στους προσφυγικούς συνοικισμούς με δυνατή ευχαρίστηση. Θράκες, Χετταΐοι, Φρύγες, όμορφοι Λυδοί, πάλι, θαρρείς, ανθούν ανάμεσά μας. Οι ίδιοι δεν ξέρουν βέβαια αυτά τα ονόματα· για μένα όμως είναι φορτωμένα μυστήριο και αγάπη. Κι αν ακόμα δεν είναι, πολύ θα ήθελα να ήταν έτσι η αλήθεια.
Κι όμως τα τελευταία χρόνια έχουν κάνει το παν για να σκορπίσει ή ομορφιά αυτή στους τέσσερεις ανέμους. Οι εγκληματίες των γραφείων εκμεταλλεύτηκαν τη ζωηράδα τους και την αγνότητα τους. Τους εξώθησαν να σφάξουν και να σφαχτούν να φαγωθούν, ιδίως μεταξύ τους. Τώρα φυσικά τους τρέμουν και προσπαθούν να τους ξεφορτωθούν με τη μετανάστευση. Πολύ αργά, νομίζω.
Κάθε φορά πού φεύγω από κει, με αποχαιρετούν χωρίς να δείξουν παραξένεμα, αν και άγνωστοι μου άνθρωποι. Τους πληροφορεί το αίμα τους για μένα, όπως και το δικό μου με κάνει να τους κατέχω ολόκληρους. Πάντως ποτέ τους δεν επιμένουν να με κρατήσουν στις παρέες τους.
Ολομόναχος, ξένος παντάξενος, χάνομαι στις μεγάλες αρτηρίες. Όταν ανάβει το κόκκινο και σταματούν τα' αυτοκίνητα, μού φαίνεται για μια στιγμή πώς παύει εντελώς κάθε θόρυβος. Ερυθρά και λευκά αιμοσφαίρια σα να κυκλοφορούν. Κι όμως βλέπω πώς το πλήθος εξακολουθεί να περπατά, να κουβεντιάζει ή να γελάει. Σταματώ πολλές φορές στη μέση τού πεζοδρομίου, κι όπως στο κούτσουρο πού κόβει το νερό, έτσι περιστρέφονται γύρω μου οι διαβάτες. Τώρα που δεν εμποδίζουν οι μηχανές, ακούω χιλιάδες βήματα στο πλακόστρωτο. Μού 'ρχεται να καμπυλώσω τη ράχη μου για να περάσει χωρίς εμπόδια αυτό τα ποτάμι. Της Γονατιστής [αύριο], όταν περνάει από πάνω μου το βουβό ποτάμι των προγόνων, γονατισμένος πάνω στα καρυδόφυλλα, σκύβω βαθιά στο χώμα, για να μη βγάλουν οι ψυχές εξαιτίας μου τον παραμικρότερο παραπονιάρικο βόμβο.
Εγώ όμως από τώρα είμαι βαριά παραπονεμένος. Μέσα στους ξένους και στα ξένα πράγματα ζω διαρκώς· στα έτοιμα και στα ενοικιασμένα. Συγκατοικώ με ανθρώπους πού αδιαφορούν τελείως για μένα, κι εγώ γι' αυτούς. Ούτε μικροδιαφορές δεν υπάρχουν καν μεταξύ μας. Ο ένας αποφεύγει τον άλλο, όσο μπορεί. Μα κι αν τύχει να σού μιλήσουνε, κρύβουν συνήθως τα πραγματικά τους στοιχεία σα να 'ναι τίποτε κακοποιοί. Το ιδανικό, ή τελευταία λέξη τού πολιτισμού, είναι, λέει, να μη ξέρεις ούτε στη φάτσα το γείτονα σου. Πονηρά πράγματα βέβαια· προφάσεις πολιτισμού, για να διευκολύνονται οι αταξίες.
Γι' αυτό ζηλεύω αυτούς πού βρίσκονται στον τόπο τους, στα χωράφια τους, στους συγγενείς τους, στα πατρογονικά τους. Τουλάχιστο, ας ήμουν σ' ένα προσφυγικό συνοικισμό με ανθρώπους της ράτσας μου τριγύρω.
  
(του αγαπημένου, τρισεύγενου, Γ. Ιωάννου)

Κυριακή, 5 Ιουνίου 2016

Κάποιες σκέψεις για την Αλίκη Βουγιουκλάκη

Από το βιβλίο "Μόνο για χρήστες" του Σταμάτη Κραουνάκη:
(Ο Κραουνάκης είχε γράψει τη μουσική για την παράσταση "Γλυκό πουλί της νιότης" όπου πρωταγωνιστούσε η Βουγιουκλάκη).

"Η Αλίκη στο μεταξύ έχει φορέσει ένα κομπινεζόν και είναι άβαφη. "Α, ήρθες; Έφερες μουσική; Για βάλε τον πρώτο μονόλογο". Και μπαίνει η μουσική που μοιάζει με ήχο από σπασμένα γυαλιά, κάτι πολύ αφαιρετικό, ίχνη μελωδίας. Η Αλίκη έχει πιάσει μια γωνιά και αρχίζει να μιλάει. Δεν το έχω ξαναδεί αυτό το πράγμα στη ζωή μου, δεν εννοώ μόνο από την ίδια, εννοώ από οποιονδήποτε ηθοποιό. Ήταν τέλεια, θεά, Βάσω Μανωλίδου. Ημιτόνια, αισθήματα, άκουγε, δεν έχανε τίποτε. Έπιανε και τον τελευταίο ήχο που έφτανε στα αυτιά της. (..) Τελειώνει, χειροκροτάμε, έχω συγκινηθεί, κλαίω. "Αλίκη μου" της λέω "μη βαφτείς, μείνε με το νυχτικό που φοράς, παιξ'το όπως το έπαιξες, σε παρακαλώ. Μικρύνετε την αίθουσα, βάλτε κουρτίνες." Απάντηση: "Α πα πα χρυσό μου, τι είναι αυτά που λες;"
Το ίδιο αυτό πρόσωπο με τον κόσμο και την παράσταση ήταν αναψυκτήριο βήτα κατηγορίας. Είχε σηκωθεί η μουσική, είχαν σηκωθεί οι εντάσεις, είχανε μπει τα μακιγιάζ, είχε γίνει ηρωικό, είχε γίνει πένθιμο. Εκείνο το πρωί κατάλαβα ότι αυτή η γυναίκα είχε συνειδητά εκποιήσει το μέγεθός της στα μέτρα της χώρας που ζούσε. (..) Οι άνθρωποι αυτής της τάξης όπως η Αλίκη είχαν κατανοήσει το τοπίο και είχαν αποφασίσει να επιβιώνουν μέσα σ' αυτό, μέσα σ' αυτή τη συνθήκη."

Από μικρή ως κουλτουριάρα που ήμουν δήλωνα αφοριστικά ότι "δε μου αρέσει καθόλου η Βουγιουκλάκη γιατί δεν ήξερε να παίζει, είχε μια μανιέρα κι αυτό ήταν όλο", άσε που το πρότυπο "γατούλας/γυναίκας σκληρής εξωτερικά, αλλά βασικά κλαψιάρας", δεν μου πήγαινε καθόλου ιδιοσυγκρασιακά. Καθώς μεγάλωνα αμβλύνθηκε κάπως αυτή η παιδική απολυτότητα, αλλά ποτέ δεν με εγκατέλειψε η ιδέα ότι η εθνική μας σταρ, ακόμα κι αν ξεκίνησε με σπουδαίους βαθμούς και προοπτικές από τη σχολή του Εθνικού Θεάτρου, στην πορεία έχασε το όποιο ταλέντο της κι έγινε ένα με τους ρόλους της. Το παραπάνω κείμενο ανατρέπει αυτή την ιδέα, μια και η παράσταση έγινε προς το τέλος της ζωής της. Στην πορεία θυμήθηκα και μια ρήση του Σακελλάριου: "Η Αλίκη είναι μια έξυπνη που κάνει την κουτή, ενώ η Τζένη μια κουτή που κάνει την έξυπνη". Φυσικά είχα δυσαρεστηθεί όταν το πρωτοδιάβασα, καθώς λάτρευα και λατρεύω την Καρέζη (και όχι, δε θα πέσω στο τρυπάκι της σύγκρισης, υπάρχουν τόνοι σχετικών άρθρων).
Απ' ό,τι φαίνεται λοιπόν η Βουγιουκλάκη δεν ήταν απλώς μια έξυπνη ατάλαντη, αλλά μια ταλαντούχα που έκανε μια συγκεκριμένη επιλογή. Διάλεξε τη λαοφιλία (όχι τόσο το χρήμα πιστεύω) έναντι του ταλέντου της. Δεν έχει νόημα να κρίνει κανείς αυτήν την επιλογή, ούτε και είναι σε θέση να το κάνει, δεδομένων των άπειρων εσωτερικών και εξωτερικών παραγόντων που διαμορφώνουν την πορεία κάθε ανθρώπου. Είναι απλώς άλλη μια απόδειξη ότι ο μανιχαϊσμός δεν έχει θέση στα γήινα πράγματα.