Δευτέρα, 23 Φεβρουαρίου 2015

«Η Λέσχη», σελ. 179-180

« (..)
 -Θυμάσαι, του λέω, ένα απόγεμα, στο καφενεδάκι του Τουλκάρεμ, που ήμαστε τρεις τέσσερις, και βαρεθήκαμε να παίζουμε τάβλι. Κάποιος ανάφερε, δεν ξέρω πώς, τον Μπαλζάκ, και βρέθηκα να σας λέω για τη ζωή του, τα προβλήματά του, τις αντιθέσεις της ιδεολογίας του με την εικόνα της κοινωνίας που βγαίνει μέσα από το έργο του. Κι ο Γαρέλας, που, αν κι εργάτης, είχε διαβάσει τον Μπάρμπα Γκοριό και την Ευγενία Γκραντέ, μου παρατήρησε πως αυτός ο συγγραφέας, ό,τι και να λέγαμε, ήταν αστός, αφού κοντέσες και μπανκέρηδες έβαζε στα βιβλία του. Το θέμα σήκωνε ανάπτυξη  για να φανεί στο τέλος πώς πρέπει να διαβάζουμε και ν' αξιοποιούμε τη σοβαρή λογοτεχνία. Αλλά εσύ μου αφαίρεσες το λόγο και, βλοσσυρός, αποπήρες το Γαρέλα. "Τι λες, μωρέ Βασίλη. Ξέρεις τι θα πει Μπαλζάκ; Ο Μπαλζάκ είναι μεγάλη υπόθεση. Είναι από τα φωτεινά εκείνα πνεύματα...", και τα λοιπά.
 - Δε σε καταλαβαίνω. Πειράχτηκες γιατί κατσάδιασα το Βασίλη που έλεγε αρλούμπες;
 - Έλεγε αυτό που είχε καταλάβει ο άνθρωπος. Ενώ εσύ, όπως φάνηκε στη συζήτηση, δεν είχες διαβάσει τίποτα του Μπαλζάκ.
 - Άλλο αυτό. Δεν μπορώ να τα διαβάζω όλα! Καταλαβαίνω όμως ποιος τα ξέρει και τον υποστηρίζω.
 - Αφαιρώντας του το λίγο! Δε με υποστήριξες. Εσύ θέλησες να βάλεις τη "σφραγίδα" σου, όπως συχνά το λες. "Τον βλέπετε τούτο τον πολύξερο και το μεγάλο του τον Μπαλζάκ; Είναι από την κληρονομιά που γονιμοποιούμε με το πολιτικό μας κριτήριο." Αυτό σήμαινε η επέμβασή σου.
  Περίμενα πως θα πειραζόταν, κι αυτός γελούσε.
  - Αυτό ήταν όλο; Πάντα πιάνεις τέτοια ζητήματα και τα μεγαλοποιείς. Το περιστατικό, κοιταγμένο από την άποψη του διανοούμενου που ήσουν και που έμεινες, περιγράφτηκε σωστά.
  - Τι θα πει διανοούμενος. Τι θες να είμαι;
  - Νέος άνθρωπος, φίλε! Τις αντιθέσεις προλετάριων και διανοούμενων μέσα στο κίνημα να τις βλέπεις, αλλά ψύχραιμα, ιστορικά. Και με υπομονή να τις εξομαλύνεις, για να τις ξεπερνάς κι ο ίδιος. Εσύ κρατάς σημείωση και τις αναμασάς σαν γκαμήλα.
  Με θρασύ άνθρωπο μην ανοίγεις ποτέ συζήτηση. Πρόγκα και στρεψοδικία είναι τα όπλα του. »

-----------------------------------------------------------------------------------------------------

Το απόσπασμα είναι από τη Λέσχη, του Στρατή Τσίρκα, και δε θα 'θελα να το χαλάσω με αναλύσεις. Να αναφέρω μόνο ότι για αυτό το βιβλίο τον διέγραψε το ΚΚΕ από μέλος του.  Δεν θα μπορούσε να υπάρξει μεγαλύτερη τιμή.

Μαρτυρία του ιδίου:

[...] Μου λένε
- Άκουσε εδώ. Η Λέσχη σου συκοφαντεί τους λαϊκούς αγωνιστές και το κίνημα. Πρέπει να την αποκηρύξεις. Διαφορετικά...
- Σταθείτε, τους λέω, δε διαβάζετε σωστά. Και γιατί βιαζόσαστε; Τώρα γράφω το δεύτερο μέρος, θα υπάρξει και τρίτο, αν ζήσω.
[σημ: Και πράγματι ήρθαν η "Αριάγνη" και η "Νυχτερίδα"] Τότε θα καταλάβετε καλύτερα.
Εκείνοι όμως ήταν ανένδοτοι: «Ή την αποκηρύχνεις ή...». Κι εγώ τους λέω:
- Πάρετε μόνοι σας την ευθύνη, εγώ βιβλία δεν καίω.
Τότε μου είπαν πως η απόφαση ήταν κιόλας βγαλμένη: «Ή... ή...». Κι εγώ αποκρίθηκα:
Ό,τι βλέπω καταθέτω, μια μαρτυρία. Δεν είναι η συνείδησή μου καπέλο να την πάρω από τούτο το καρφί και να την κρεμάσω στο άλλο». 


Τρίτη, 17 Φεβρουαρίου 2015

"Άγραφον", του Άγγελου Σικελιανού


5 Επροχωρούσαν έξω από τα τείχη
της Σιών ο Ιησούς και οι μαθητές Του,
σαν, λίγο ακόμα πριν να γείρει ο ήλιος,
ζυγώσανε αναπάντεχα στον τόπο
που η πόλη έριχνε χρόνια τα σκουπίδια,
10 καμένα αρρώστων στρώματα, αποφόρια,
σπασμένα αγγειά, απορρίμματα, ξεσκλίδια...

Κι εκεί, στον πιο ψηλό σωρόν απάνω,
πρησμένο, με τα σκέλια γυρισμένα
στον ουρανό, ενός σκύλου το ψοφίμι,
15   που -ως ξαφνικά ακούοντας, τα κοράκια
που το σκεπάζαν, πάτημα, το αφήκαν-
μια τέτοια οσμήν ανάδωκεν, οπού όλοι
σα μ' ένα βήμα οι μαθητές, κρατώντας
στη φούχτα τους την πνοή, πισωδρομήσαν...
20 
Μα ο Ιησούς, μονάχος προχωρώντας
προς το σωρό γαλήνια, κοντοστάθη
και το ψοφίμι εκοίταζε· έτσι, πόνας
δεν εκρατήθη μαθητής και Του 'πεν
από μακρά: «Ραββί, δε νιώθεις τάχα
25   τη φοβερήν οσμή και στέκεσ' έτσι;»

Κι Αυτός, χωρίς να στρέψει το κεφάλι
απ' το σημείο που κοίταζε, αποκρίθη:
«Τη φοβερήν οσμήν, εκείνος πόχει
καθάρια ανάσα, και στη χώρα μέσα
30    την ανασαίνει, όθ' ήρθαμε... Μα, τώρα
αυτό που βγαίνει απ' τη φτορά θαυμάζω
με την ψυχή μου ολάκερη... Κοιτάχτε
πώς λάμπουνε τα δόντια αυτού του σκύλου
στον ήλιο· ως το χαλάζι, ωσάν το κρίνο,
35 πέρα απ' τη σάψη, υπόσκεση μεγάλη,
αντιφεγγιά του Αιώνιου, μα κι ακόμα
σκληρή του Δίκαιου αστραπή κι ελπίδα!»

Έτσ' είπ' Εκείνος· κι είτε νιώσαν ή όχι
τα λόγια τούτα οι μαθητές, αντάμα,
40  σαν εκινήθη, ακλούθησαν και πάλι
το σιωπηλό Του δρόμο...
                                            Και να τώρα,
βέβαια στερνός, το νου μου πώς σ' εκείνα,
Κύριε, τα λόγια Σου γυρίζω, κι όλος
μια σκέψη στέκομαι μπροστά Σου: Α!... δώσε,
45 δώσ' και σ' εμένα, Κύριε, ενώ βαδίζω
ολοένα ως έξω απ' της Σιών την πόλη,
κι από τη μια της γης στην άλλη άκρη
όλα είναι ρείπια, κι όλα είναι σκουπίδια,
κι όλα είναι πτώματα άθαφτα που πνίγουν
50     τη θεία πηγή τ' ανασασμού, ή στη χώρα
είτ' έξω από τη χώρα· Κύριε, δώσ' μου,
μες στη φριχτήν οσμήν οπού διαβαίνω,
για μια στιγμή την άγια Σου γαλήνη,
να σταματήσω ατάραχος στη μέση
55  απ' τα ψοφίμια, και ν' αδράξω κάπου
και στη δική μου τη ματιάν έν' άσπρο
σημάδι, ως το χαλάζι, ωσάν το κρίνο·
κάτι να λάμψει ξάφνου και βαθιά μου,
έξω απ' τη σάψη, πέρα από τη σάψη
60  του κόσμου, ωσάν τα δόντια αυτού του σκύλου,
που, ω Κύριε, βλέποντάς τα εκειό το δείλι,
τα 'χες θαμάσει, υπόσκεση μεγάλη,
αντιφεγγιά του Αιώνιου, μα κι αντάμα
σκληρή του Δίκαιου αστραπή κι ελπίδα!