Παρασκευή, 31 Ιανουαρίου 2014

Μια ακόμα μικρή ιστορία

Κατ' αρχάς καλή χρονιά! Μετά το χάσμα των πανελλαδικών έχω γίνει ακόμη πιο ολιγόγραφη από πριν και έχω λίγες τύψεις... Εν είδει απολογίας, μια ακόμη μικρή ιστορία μου από τον εβδομαδιαίο "διαγωνισμό" της εκπομπής "μουσικό ονειροδρόμιο" στο www.musicheaven.gr ( οι λέξεις σε bold ήταν οι δοθείσες).
Για να αισθάνομαι εντάξει με τη συνείδησή μου οφείλω να ομολογήσω ότι ως προς το θέμα του κειμένου επηρεάστηκα από ένα καλό βιβλίο, τη "Λέσχη των αθεράπευτα αισιόδοξων" του Jean-Michel Guenassia. Δεν έκλεψα τίποτα -μόνο το ανέκδοτο- απλά στο βιβλίο αυτό οφείλω την οικειότητά μου με τους Ρώσους πολιτικούς πρόσφυγες του '60.

Για πολλοστή φορά στην παρέα είχε πέσει επιδημία γέλιου. Ο Μίσα είχε πέσει πάνω στον Ιβάν που καθόταν δίπλα στον τοίχο και προσπαθούσε να πάρει ανάσα. Αυτά παθαίνει κανείς όταν πίνει βότκα στη Δύση ακούγοντας σοβιετικά ανέκδοτα χωρίς να φοβάται ότι θα τον συλλάβουν. "..πας 5 λεπτά πριν στη δουλειά - σε κατηγορούν για κατάσκοπο. Πας 5 λεπτά μετά και σε κατηγορούν για συνωμότη. Πας στην ώρα σου και σε κατηγορούν ότι αγόρασες ρολόι απ' τη Δύση!". Και δώστου χάχανα και δώστου "ζντρόβιε!" και άσπρο πάτο. Καθόμουν παράμερα -φοιτητής στην Σχολή Καλών Τεχνών τότε- και προσπαθούσα να αποδώσω με το πινέλο μου αυτή την ευθυμία που επικρατούσε στο μικρό, απόμερο καπηλειό. Ήταν αρκετά δύσκολο. Αυτοί οι άνθρωποι ήταν ψηλοί κι αδύνατοι σαν ακρίδες, με κάτι βαρύ αλλά κι ευγενικό στην έκφρασή τους. "Να χαρείς Ίγκορ Αλεξάντροβιτς πες μας άλλο ένα!"
Η ψυχοσύνθεση αυτή των Ρώσων μου φαίνεται αχρονολόγητη. Η συμπεριφορά των φίλων μου στις μεγάλες τους χαρές, στις λύπες και τους τσακωμούς τους ελάχιστα διέφεραν από τους χαρακτήρες των παραδοσιακών παραμυθιών όπως τα κατέγραψε ο Πούσκιν. Βέβαια εκείνοι δεν ήταν πρίγκιπες, ούτε μουζίκοι και την εποχή των παραμυθιών δεν υπήρχαν βέβαια προλετάριοι... Καλά, προλετάριοι, ό,τι κι αν έλεγε ο πατερούλης Στάλιν, δεν υπήρξαν ποτέ. Ήταν μουσικοί. Μετά από μακρόχρονη σκέψη κατάφεραν να αυτομολήσουν σε κάποια τουρνέ στην Ευρώπη, όπως έκανε ο Νουρέγιεφ. Ο Μίσα και ο Ιβάν έπαιζαν βιολί, ο Ίγκορ τύμπανα. Το γεγονός αυτό έκανε τον τελευταίο να αναστενάζει -ιδίως μετά το τρίτο ποτηράκι βότκα-. Βλέπεις, ο Μίσα και ο Ιβάν είχαν πάρει τα βιολιά τους μαζί, τους ανήκαν άλλωστε. Ο Ίγκορ όμως πώς να το σκάσει με τα τύμπανα; Του έμειναν οι μπαγκέτες, που τις πρόσεχε σαν φυλαχτό, μαζί με μερικές φωτογραφίες του χωριού του, των γονιών του κι ένα παράσημο από τον Β' Παγκόσμιο. Ο Μίσα είχε εκτός από φωτογραφίες και από μια μπούκλα της γυναίκας του και της κόρης του. Δεν θα έφευγε αν δεν τον είχαν προειδοποιήσει γνωστοί του υψηλά ιστάμενοι ότι βρισκόταν σε "μαύρη λίστα". "Αννούσκα, ψυχούλα μου δεν έπρεπε να φύγω..." μουρμούριζε σιγανά στα ρώσικα όταν είχε περάσει η ώρα. Γενικά όταν βρισκόμουν κι εγώ ανάμεσά τους μιλούσαν από ευγένεια γαλλικά, ομώς τα πιο πηγαία αισθήματα πώς να μην τα εκφράσεις τη μητρική σου; Πίστευαν -κι εγώ μαζί τους- πως δεν επρόκειτο να ξαναδούν την πατρίδα τους, τις οικογένειες, τους φίλους τους... "Εσύ που είσαι Έλληνας, έστω και μισός, μου έλεγαν, δεν μπορείς να πας και να ρωτήσεις το Μαντείο σας αν θα ξαναγίνει το Λένινγκραντ Πέτρογκραντ;" "Σας το ορκίζομαι Μίσα όταν θα τελειώσω τη Σχολή θα πάω έστω και για διακοπές και θα ρωτήσω στους Δελφούς". Με το που τέλειωσα τη Σχολή έγινε το πραξικόπημα των συνταγματαρχών. Επέστρεψα οριστικά στην Ελλάδα με τη Μεταπολίτευση και έπιασα αμέσως δουλειά στο Υπουργείο Πολιτισμού. Στην αρχή ανταλλάσσαμε μερικά γράμματα, πιο πολύ με τον Ίγκορ, μα έπειτα χαθήκαμε. Μεγάλωνα και οι υποθέσεις της ρουτίνας με απορροφούσαν όλο και περισσότερο... Τα χρόνια της Γαλλίας έγιναν ιστορία για τα παιδιά μου. Θυμόμουν ωστόσο πάντα τους "Ρώσους μου" με νοσταλγία και αγάπη. Με την είδηση της πτώσης της Σοβιετικής Ένωσης το '92, έστειλα αμέσως μια καρτ-ποστάλ στην παλιά διεύθυνση που είχα. "Μίσα, Ιβάν, Ίγκορ καλή επιστροφή! Γράψτε μου αν λάβετε την κάρτα". Δεν πήρα ποτέ απάντηση, νομίζω όμως ότι αναγνώρισα σε κάποια εφημερίδα, ανάμεσα σε άλλους παλιννοστούντες, τον Ίγκορ, με τα μεγάλα υγρά μάτια του και δυο μπακέτες τυμπάνων στο χέρι.