Πέμπτη, 14 Νοεμβρίου 2013

Νυχτερινή ιστορία

 Μια και έχω καιρό να γράψω -ασυγχώρητο αφού κάθομαι ολημερίς μέχρι να ανοίξει το Πανεπιστήμιο- ανεβάζω κι εδώ μια μικρή ιστορία που ανέβασα στο φόρουμ της ραδιοφωνικής εκπομπής "μουσικό ονειροδρόμιο" (sillia On Air) του musicheaven.gr. Οι... διαγωνιζόμενοι έπρεπε να χρησιμοποιήσουν τις μπολνταρισμένες λέξεις.
************************************************************************

...Ένας καρχαρίας την κυνηγούσε κι εκείνη προσπαθούσε να ξεφύγει, δεν κολυμπούσε, έτρεχε πάνω στη θάλασσα, έβλεπε την ακτή, έφτανε... Και πάνω που θα έκανε το τελευταίο άλμα... ξύπνησε. Ανασήκωσε το κεφάλι από το μαξιλάρι και κοίταξε το ξυπνητήρι με τα φωτεινά ηλεκτρονικά νούμερα. Ήταν τρεις και μιση. Η Άννα σηκώθηκε να πιει νερό. Καθώς γέμιζε το ποτήρι έριξε μια ματιά στη σκοτεινή τραπεζαρία. Για μια στιγμή της φάνηκε πως είδε κάτι να κινείται, τρόμαξε μα ήταν μόνο το είδωλό της στον απέναντι τετράγωνο καθρέφτη. Έκανε να γυρίσει προς το δωμάτιό της μα τότε συνέλαβε με την άκρη του ματιού της και κάποια άλλη κίνηση -ίσα που πρόλαβε να δει το μεγάλο κρυστάλλινο βάζο τη στιγμή που έπεφτε από την άκρη του τραπεζιού στο πάτωμα και έσπαγε σε χιλιάδες γυαλάκια. Ο εκκωφαντικός θόρυβος της σταμάτησε την καρδιά και... άνοιξε τα μάτια. Το ρολόι έδειχνε τρεις και τριαντατρία πρώτα λεπτά. Κάτι γαργάλησε τα ακροδάκτυλα της Άννας κάτω από την κουβέρτα. "Πούπουλο;" αναρωτήθηκε. "Πού βρέθηκε πούπουλο εδώ μέσα;" Άναψε το πορτατίφ και στο απαλό κίτρινο φως του είδε πως όλο το κρεβάτι ήταν καλυμένο με πούπουλα, άσπρα και μαύρα. "Μάλιστα, αυτό κι αν είναι όνειρο" μουρμούρισε. "Άσπρα και μαύρα, λευκός και σκοτεινός κύκνος. Τι θέλεις να μου πεις Μορφέα;"
"Εγώ; Τίποτα!" ακούστηκε μια λεπτή και σοβαρή φωνή. Η κοπέλα αναπήδησε τρομαγμένη. Στα πόδια του κρεββατιού της καθόταν ένα παιδί με μαύρα σγουρά μαλλιά και πράσινα μάτια. Σηκώθηκε όρθιο κι άρχισε να τινάζει τα πούπουλα από πάνω του. Φορούσε σκούρο μπλέ πουλόβερ, τζιν παντελόνι και πεδιλάκια. Η Άννα αφού έμεινε να τον κοιτάζει για μερικά δευτερόλεπτα, είπε: "Πέδιλα μέσα στο καταχείμωνο; Θα ξυλιάσεις! Πώς σ' άφησε η μαμά σου να βγεις έτσι έξω;". Πριν προλάβει να κατσαδιάσει τον εαυτό της για την παράλογη παρατήρηση που έκανε -αλλά μήπως όλα παράλογα δεν ήταν;- ο κατά τα φαινόμενα Μορφέας κοίταξε τα πόδια του και αναστέναξε με σοβαρό ύφος. "Το ήξερα ότι κάτι δεν πάει καλά. Η μαμά μου, αν θες να ξέρεις, είναι η Συνείδηση και τον περισσότερο καιρό κοιμάται. Πού καιρός να με προσέξει!". "Η Συνείδηση, μάλιστα κατάλαβα.. έξυπνο, πολύ έξυπνο.. πώς σκέφτηκα εγώ τέτοιο πράγμα;" αναρωτήθηκε από μέσα της η Άννα, πεπεισμένη πως επρόκειτο για ένα ακόμα όνειρο.
"Λοιπόν, άντε τι κάθεσαι; Πρέπει να φύγουμε!" της είπε ο μικρός κοιτώντας την επιτιμητικά.
"Τι εννοείς να φύγουμε; Πού να πάμε;"
"Μα βόλτα φυσικά! Είδες δυο όνειρα το ένα μέσα στο άλλο, στο τρίτο το καλύτερο δικαιούσαι περιήγηση στους Αιθέρες των Ονείρων" εξήγησε ανυπόμονα ο Μορφέας.
"Θα βγούμε έξω δηλαδή; Πρέπει να ντυθώ, έχει ψόφο τέτοια ώρα!" διαμαρτυρήθηκε η Άννα.
"Μην ανησυχείς, δε θα κρυώνεις, θα μας ζεσταίνουν οι ανάσες των παιδιών που κοιμούνται". Ο Μορφέας πήδησε από το κρεβάτι και άνοιξε διάπλατα το παράθυρο. Αμέσως μπήκε στο δωμάτιο ένα κρύο ρεύμα αέρα και... ένα μεγάλο χάρτινο καραβάκι. Η Άννα ίσα που πρόλαβε να πιάσει ένα μάλλινο κασκόλ από την κρεμάστρα προτού ο μικρός τη σπρώξει μέσα στο καραβάκι το οποίο άρχισε να ανυψώνεται σιγά σιγά και να πλέει έξω από το παράθυρο σαν να ανέβαινε ένα ποτάμι προς τον ουρανό, κόντρα σε όλους τους φυσικούς νόμους. Πολύ ενθουσιασμένη και ελαφρώς τρομοκρατημένη η Άννα είδε την πολυκατοικία της να απομακρύνεται και να μικραίνει, να μικραίνει ώσπου δεν ξεχώριζε από τις άλλες μέσα στο σκοτάδι. Λίγο πριν ανέβουν πάνω από το νέφος απόλαυσε τα φώτα της Αθήνας που έμοιαζαν με αστέρια ριγμένα σε μια γούβα. Κι έπειτα... είδε τα αληθινά αστέρια να καλύπτουν το στερέωμα. Και γύρω της εκατομμύρια πράγματα, αχνά σαν από καπνό. Το καραβάκι έσκισε στα δύο ένα κουβάρι από εξισώσεις. Δεξιά κι αριστερά οι πιο απίθανες φιγούρες. Ληστές με ριγέ ρούχα και σάκους γεμάτους καραμέλες, τέρατα, δράκους, απλές ανθρώπινες μορφές να μιλάνε, τρελά κυνηγητά, φλόγες, φιλιά, τρένα... Ήταν τα όνειρα. Καταπάνω στο καράβι ερχόταν ένας αγριεμένος σκύλος πού ήταν διπλάσιος απ' το φυσικό μέγεθος. Μόλις τους προσπέρασε -αν όχι διαπέρασε-, ο Μορφέας αποφάνθηκε: "Αυτό μάλλον ήταν όνειρο γάτας" .
"Μορφέα είναι καταπληκτικά όλα αυτά... Μόνο που είναι κάπως στενά εδώ, φοβάμαι να μην πέσω".
"Για όνομα του Θεού, βρίσκεσαι στους Αιθέρες και παραπονιέσαι;! Κουκούτσι μυαλό δεν έχεις; Απλά σκέψου αυτό που θες να γίνει και θα γίνει!" Και όντως το... κατάστρωμα διευρύνθηκε και εμφανίστηκε μια άνετη πολυθρόνα.
"Μα πού πλέεουμε;" αναρωτήθηκε φωναχτά η κοπέλα.
"Στα δάκρυα των ονείρων. Οι άνθωποι κλαίνε πιο πολύ στον ύπνο τους παρά στον ξύπνιο τους. Και για να μην τρομάζουν λένε πως είναι για καλό!"
"Εσύ βλέπεις όνειρα Μορφέα;"
Το παιδί την κοίταξε με παραπονεμένο βλέμμα. "Όχι. Γι' αυτό περιδιαβαίνω ανάμεσα στα όνειρα των άλλων και τους τα αλλάζω καμιά φορά όπως μ' αρέσει. Με βοηθάνε και δυο φίλοι μου, ο Ego και ο Id. Δεν είναι δίκαιο όμως! Θέλω κι εγώ να βλέπω όνειρα!"
Η Άννα σώπασε συλλογισμένη. Προφανώς δεν μπορούσε να τον βοηθήσει.
"Τέλος πάντων. Όπου να 'ναι γυρνάμε και έχεις το δικαίωμα να κάνεις μια ευχή που να είναι στη δικαιοδοσία μου" είπε ο Μορφέας κι ακούστηκε σαν κουρασμένος υπάλληλος.
"Ευχομαι απόψε να δεις ένα μεγάλο, ωραίο όνειρο!", φώναξε χωρίς δισταγμό η Άννα.
Την επόμενη μέρα ξύπνησε ευδιάθετη. Το ίδιο ήταν και όλοι όσοι συνάντησε εκείνη τη μέρα. Όλοι τους είχαν κάνει έναν ύπνο τρικούβερτο όπως ομολογούσαν. Στρώνοντας το κρεββάτι της το απόγευμα μετά από απαίτηση της γιαγιάς της, βρήκε μερικά πούπουλα. Άνοιξε το παράθυρο και τα παρέδοσε στον άνεμο.

Τρίτη, 5 Νοεμβρίου 2013

Για δυο μαύρα μάτια στην Αλλεμάνια

"Μη, μην το πεις/ οι παλιοί μας φίλοι/ μην το πεις/ για πάντα φύγαν"  λέει ο Σαββόπουλος. Εκείνος κάτι πιο βαθύ είχε στο μυαλό του, μα πώς να μην σου έρθει αυτό το τραγούδι όταν οι παλιοί σου φίλοι φεύγουν;
Είμαστε μόλις δεκαοχτώ χρονών κι όμως σκορπάμε "σαν τα τρελά πουλιά". Να λυπηθείς είναι άδικο, γιατί -πρώτον- εκείνοι που φεύγουν δυσκολεύονται ακόμα περισσότερο και -δεύτερον- είναι πολύ καλό για αυτούς να πάνε σε χώρες όπου τα πανεπιστήμια λειτουργούν (για να πετάξω τη μπηχτή). Να χαρείς φυσικά είναι αφύσικο.
Γιατί γράφω αυτό το κείμενο; Γιατί χτες μια εκπληκτική κοπέλα, η πιο ευαίσθητη και η πιο γενναία που έχω γνωρίσει, έφυγε για μια χώρα βορεινή, να κυνηγήσει το μέλλον. Κι εγώ δεν μπορώ να τα βγάλω πέρα με τα συναισθήματά μου, δεν μπορώ να κλάψω, δεν μπορώ να προσδιορίσω πώς νιώθω· το γράψιμο είναι ένας τρόπος να εκτονωθώ (ή να γίνω χειρότερα). Θα δείξει.
Χτες που είχαμε πάει να την κατευοδώσουμε στο αεροδρόμιο συγγενείς και φίλοι, σκεφτόμουν πόσο μεγάλο ρόλο παίζει σε μια απόφαση όπως η μετανάστευση, το να έχεις άρρηκτους δεσμούς αγάπης με κάποιους ανθρώπους. Όχι, πώς δεν τα καταφέρνουν οι άνθρωποι που φεύγουν χωρίς τέτοια υποστήριξη, μα απλά σκέφτομαι πως είναι πολύ σημαντικό όταν υπάρχει. Πιστεύω πως δεν αισθάνεται κανείς μόνος όταν ξέρει πως υπάρχουν άνθρωποι που δεν τον/την βγάζουν απ' το μυαλό τους...

Τη μέρα που μας είπε πως φεύγει και τη μέρα που έφυγε έβαλε και είδα την Πολίτικη Κουζίνα. Την πρώτη φορά ασυνείδητα, ήταν η πρώτη ταινία που μου ήρθε. Τη δεύτερη συνειδητά, γιατί είναι μια ταινία που μιλάει για τα ταξίδια, τα εξωτερικά και τα εσωτερικά. Και για τους δεσμούς που ενώνουν τους ανθρώπους που βρίσκονται μακριά. Βλέποντας την ταινία ένιωσα τη συγκίνηση του αποχωρισμού, μα πήρα και μια δόση ρεαλισμού: Δεν μας συμβαίνει και καμιά τραγωδία. Δεν συγκρίνεται η δική μας εμπειρία με τους μετανάστες που έφευγαν το '60 και γύριζαν έπειτα από πενήντα χρόνια... Εμείς, δόξα τω Θεώ, μπορούμε να μιλάμε, ακόμα και να βλεπόμαστε κάθε μέρα!
Πιο πολύ απ' όλα στην ταινία μου "μίλησε" ο παππούς του Φάνη. Κι εγώ τα ίδια αφήνω ευχή.
 "Άμα φεύγεις από έναν τόπο, πρέπει να μιλάς για τον τόπο που πας, όχι για τον τόπο που άφησες."
 "Φάνη γιαβρί μου, εμένα διες. Όπου και να βρίσκεσαι να κοιτάζεις τα άστρα. Γιατί εκεί στον ουρανό υπάρχουν πράγματα που βλέπουμε και πράγματα που δε βλέπουμε. Εσύ να μιλάς για τα πράγματα που δε βλέπουμε. [..] Είναι όπως με το φαΐ. Σε μέλει εσένα αν δε βλέπεις το αλάτι όταν το φαΐ είναι νόστιμο; Δε σε μέλει! Εκεί όμως είναι η ουσία. Στο αλάτι."