Δευτέρα, 15 Μαΐου 2017

Όλια Λαζαρίδου, αυτό το πλάσμα.

"Ο Θεός μιλά σιγά μέσα μας και όχι με κορόνες. Είναι πνοή αύρας λεπτής!"
(Συνέντευξη της ηθοποιού Όλιας Λαζαρίδου)

 
 Μια φράση που είχατε πει πριν από καιρό, ότι «πρέπει να φυσήξει Θεός», ομολογώ ότι αποπνέει μια ιδιαίτερη αίσθηση και συγχρόνως απελευθερώνει την φλόγα μιας εσωτερικής δύναμης...

Αυτήν την περίοδο -πέρα από τα προφανώς σοβαρά οικονομικά προβλήματα- θεωρώ ότι η κρίση που βιώνουμε ως χώρα είναι κυρίως πνευματική. Υπάρχει πολύ μεγάλη ένδεια πνευματική. Αισθάνομαι ότι ζούμε το παρόν, το νυν, αλλά εάν αυτό δεν εμπεριέχει και το «αεί» τότε η ζωή γίνεται πολύ στενή. Για εμένα τουλάχιστον θα ήτανε αφόρητη. Νιώθω ότι αυτό το κομμάτι της ζωής μας είναι σαν ένα παράθυρο, που επιτρέπει στον αέρα να έρχεται προς τα μέσα αλλά συγχρόνως και να βγαίνει. Να κυκλοφορεί, δηλαδή, ανεμπόδιστα...

Η παρουσία μέσα σας του Θεού είναι αρκετή για να θέσει σε κίνηση το πιο δημιουργικό κομμάτι της ύπαρξής σας; Να γονιμοποιήσει το ταλέντο σας;
Δεν νομίζω ότι είναι έτσι τα πράγματα...Δεν τον βρήκα εγώ τον Θεό, Αυτός με βρήκε. Έτσι νομίζω ότι συμβαίνει. Τον Θεό δεν Τον χρησιμοποιείς, Εκείνος σε κυριεύει. Ο Θεός μιλά πολύ σιγά μέσα μας και όχι με κορώνες. Είναι πνοή αύρας λεπτής. Σε βρίσκει Αυτός, και εσύ από εκεί και πέρα το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να χαμηλώσεις λίγο. Και αυτό επειδή στα μεγάλα αναστήματα δεν πολύ χωράει ο Θεός. Χωράει στα μικρά. Επομένως, να παραδίνεσαι πρέπει και όχι να χρησι-μοποιείς. Αυτή είναι η σχέση, που εγώ τουλάχιστον έχω νιώσει απέναντι στον Θεό. Από εκεί και πέρα ότι ο Θεός σε γεμίζει με «δώρα», σε εμπλουτίζει ψυχικά, αυτό ασφαλώς και είναι σίγουρο. Αυτό όμως είναι ένα διαφορετικό πράγμα ...

Και ποια αλλαγή έχετε νοιώσει έως σήμερα στην ζωή σας μέσα από την σχέση με τον Θεό;
Ένα μόνο πράγμα: την χαρά. Αυτή είναι η μεγάλη αλλαγή που έχω νιώσει μέσα στο πέρασμα των χρόνων. Ότι άνοιξε στη ζωή μου ένα παράθυρο χαράς. Σε παλαιότερες περιόδους της ζωής μου με γοήτευε το μαύρο, το σκοτεινό... Σιγά-σιγά όμως κατάλαβα ότι αυτό στην πραγματικότητα ναι μεν ήταν γοητευτικό, αλλά ρηχό. Και ότι αυτό που όχι μόνο δεν έχει τέλος, αλλά μπορεί να σε συντροφέψει για μια ολόκληρη ζωή, είναι ο πραγματικός αγώνας να βρεθείς σε μια πορεία προς το φως.

Ο Θεός συμβολίζει την εγκατάλειψη του παλαιού εαυτού μας και την κατοίκηση εντός μας του αληθινού λόγου;
Εγώ αυτά δεν τα πολυσκέφτομαι και δεν τα ψάχνω κατ’ αυτόν τον τρόπο. Απέναντι σε αυτά εγώ τοποθετούμαι σαν παιδί. Προσπαθώ να έχω την απλότητα του παιδιού. Όταν προσπαθείς να ερμηνεύσεις κάτι πολύ σχολαστικά, τότε νομίζω ότι χάνεις την ουσία. Μοιάζει κατά κάποιον τρόπο με μια σκέψη που είχα κάνει στο παρελθόν σχετικά με το τί σημαίνει ταλέντο: Ότι, δηλαδή, το ταλέντο είναι κάτι που εάν το έχεις πρέπει να κάνεις σαν να μην το έχεις, γιατί αλλιώς θα πάψεις να το έχεις. Ορισμένα πράγματα, είναι από μόνα τους τόσο μεγάλα, που μόνο με ευγνωμοσύνη πρέπει να τα προσεγγίζουμε και όχι με το μυαλό. Η σκέψη, νομίζω, δεν σε οδηγεί μακριά.

Ποια ερμηνεία θα μπορούσατε να δώσετε στην θρησκευτική πίστη;
Δεν ξέρω, αλλά όσον αφορά εμένα, ήρθε και με βρήκε. Ήταν κάτι τελείως διαφορετικό με τις αναζητήσεις που είχα στην εφηβεία π.χ. με τις ιδεολογίες, τα κόμματα, την τέχνη κ.α. Κάτι που μου ξαναθύμισε, με βοήθησε να ενωθώ ξανά με ξεχασμένα συναισθήματα του παιδικού μου κόσμου. Να βρω ξανά αυτό το νήμα.

Και σε ποια περίοδο της ζωής σας νοιώσατε να γεμίζετε και να νοηματοδοτείται η ύπαρξή σας από αυτό το συναίσθημα της σύνδεσης με τον Θεό;
Πριν από 20 χρόνια βρέθηκα κοντά στο περιβάλλον της Εκκλησίας. Με πολύ δυσκολία, ομολογώ, και αρκετή δυσπιστία και φόβο στην αρχή. Και χωρίς να μεσολαβήσουν για αυτό οι άνθρωποι της οικογένειάς μου ή άλλοι γνωστοί. Άλλωστε, στο παρελθόν ήμουν πιο κοντά στην αριστερή ιδεολογία, αυτός ήταν ο χώρος μου . Ήταν όμως μια δίψα που γεννήθηκε μέσα μου. Βρέθηκα βέβαια και στο σωστό πλαίσιο, που με βοήθησε να ξεπεράσω τους φόβους μου και να προχωρήσω. Σιγά-σιγά έγινα πιο δεκτική στην αγάπη του Θεού. Σίγουρα, σε προσωπικό επίπεδο μού συνέβησαν κάποια πράγματα που διαδραμάτισαν τον δικό τους ρόλο, αλλά δεν θα ήθελα να πω περισσότερα πράγματα. Εδώ δεν έχουμε να κάνουμε όπως συμβαίνει με το θέατρο, όπου συναντάς έναν σκηνοθέτη και αυτός σε καθοδηγεί για να προχωρήσεις. Πρόκειται για κάτι βαθύτατα εσωτερικό που το γνωρίζει μόνο ο Θεός και αυτός που έχει βιώσει αυτή την εμπειρία.

Τελικά, αυτή η προσωπική εμπειρία δεν είναι εύκολο να την μεταδώσει και να την εξηγήσει κάποιος στους δικούς του ανθρώπους;
Αυτό που είναι ο κάθε άνθρωπος είναι ωραίο, νομίζω, να δηλώνεται μόνο μέσα από την παρουσία και τις πράξεις του! Και να γίνεται έτσι αντιληπτό από τους υπόλοιπους χωρίς καν να γνωρίζουν αυτοί πολλά πράγματα για την προσωπικότητά του. Να ζει κάποιος διακριτικά. Σε αυτούς βέβαια τους ανθρώπους έχω πιο μεγάλη εμπιστοσύνη. Το μεγαλύτερο επιχείρημα κάποιου είναι οι πράξεις και η ίδια του η ζωή. Και να σας αναφέρω και ένα παράδειγμα: Ανοίγετε την τηλεόραση και βλέπετε να μιλάνε κάποιοι πολιτικοί. Εάν κλείσετε την φωνή και βλέπετε μόνο τα πρόσωπα, χωρίς να ακούτε τί λένε, τότε αμέσως τους περισσότερους θα τους απορρίψετε. Αυτό που θα δείτε δεν θα σας εμπνέει.

Η αλλαγή που νοιώθατε ότι σας κυρίευε συντελέστηκε σταδιακά ή συνέβη άμεσα;
Ο Θεός ήρθε και άνοιξε ένα παράθυρο στην ζωή μου. Η αγάπη του Θεού υπάρχει, αλλά είμαστε φορτωμένοι με τόσα πολλά άχρηστα πράγματα, που μας εμποδίζουν να τη νοιώσουμε. Η πίστη προς τον Θεό με βοήθησε ακόμη να χαλαρώσω και ως προς μερικά εξωτερικά πράγματα. Σιγά-σιγά μεγαλώνοντας μπόρεσα να ξεχωρίσω μέσα μου ότι άλλο είναι η Εκκλησία των ανθρώπων και διαφορετική είναι η Εκκλησία, στην οποία υπάρχει μέσα της ο Θεός. Είπα στον εαυτό μου πολλές φορές ότι υπάρχει καθαρό νερό μέσα σε αυτό το ποτήρι, οπότε για να πλησιάσεις και να πιείς αυτό το νερό θα πρέπει να παραβλέψεις ότι μερικές φορές το κύπελλο μπορεί να είναι βρώμικο. Πιο παλιά στεκόμουν πολύ στην θέα αυτού του βρώμικου κυπέλλου, επειδή ήμουν σαν φοβισμένο γατί. Έχω την αίσθηση ότι μπορεί κάποιοι άνθρωποι να θέλουν να πλησιάσουν, αλλά δυσκολεύονται να βρουν πόρτα να μπουν... κι αυτό είναι κρίμα. Το ότι εγώ μπόρεσα να βρω μια χαραμάδα και να μπω, να γευτώ το αληθινό πρόσωπο της Εκκλησίας, νοιώθω ότι ήταν μεγάλη τύχη. Και μεγάλο δώρο.

Τώρα, λοιπόν, είστε πιο δυνατή από ποτέ;
Παλιά ήμουν σαν το καρυδότσουφλο που το χτυπούσε η τρικυμία και πήγαινε μια δεξιά και μια αριστερά. Τώρα, αυτό που νοιώθω να έχει αλλάξει είναι, ότι ξέρω πως μπορεί να καραβοτσακιστώ αλλά στο τέλος το καραβάκι θα ισιώσει. Κι αυτό είναι η ελπίδα.

Στο θέατρο πόσο εύκολο είναι να συναντηθεί και να συνεργαστεί ένας θρησκευόμενος άνθρωπος με τον δεδηλωμένο άθεο;
Όταν κάτι έχει χαρακτήρα πνευματικό, τότε είναι λάθος να παίρνει ιδεολογική χροιά. Αυτό δημιουργεί φανατισμό και διαχωριστικές γραμμές. Είμαστε άνθρωποι. Και το μόνο που έχουμε να κάνουμε είναι να αγαπήσουμε τον διπλανό μας. Αυτό είναι το χαμένο στοίχημα της ανθρωπότητας. Οι αδυναμίες μας είναι που μας κάνουν να μην μπορούμε να αγαπηθούμε και όχι οι διαφορές. Δεν αγαπάμε πραγματικά. Ούτε αρκετά. Εμείς οι άνθρωποι είμαστε ένα ύφασμα γεμάτο μαύρες τρύπες και ευτυχώς που υπάρχει ο Θεός και τις καλύπτει.

Το πρόσωπο του Θεού πώς γίνεται στην καθημερινή ζωή ευδιάκριτο σε εσάς εκπέμποντας τα δικά Του μηνύματα;
Το βλέπω σε ένα εκκλησάκι στο κέντρο της Αθήνας, που όταν το επισκέπτομαι βρίσκονται εκεί έξω τοξικομανείς σε μια άθλια κατάσταση. Για αυτά τα πλάσματα, που υποφέρουν τόσο, νοιώθω ότι αφού υπάρχει τόση λύπη δεν μπορεί παρά να υπάρχει και απέραντο έλεος. Σε κάτι τέτοιες βασανισμένες ψυχές αντικρίζω την τόσο λειψή δικαιοσύνη που υπάρχει επί της Γης. Και σκέφτομαι: «αφού υπάρχει αυτό δεν μπορεί να μην υπάρχει από την άλλη πλευρά και το έλεος του Θεού». Σε αυτά τα πρόσωπα βλέπω τον Θεό ολοζώντανο. Στα αδύναμα αυτού του κόσμου βλέπω τον Θεό όσο πουθενά αλλού.

Εσάς οι άλλοι θα θέλατε να σας βλέπουν ως έναν άνθρωπο που πιστεύει στο καλό;
Η μεγαλύτερη παγίδα του ανθρώπου είναι η ματαιοδοξία. Δεν είναι σωστό να βάζεις ταμπέλες στον εαυτό σου νομίζοντας π.χ. ότι είσαι καλός και έτσι να προχωράς. Το σημαντικότερο είναι να προσπαθείς να απελευθερώνεσαι από την οποιαδήποτε ταμπέλα. Με εμπνέει πάρα πολύ να σκέφτομαι ότι ο Θεός μας βλέπει όλους ίδιους και τον καθένα ξεχωριστά. Τι ωραίο!

Ποιος είναι ο πλέον αγαπημένος σας προσκυνηματικός τόπος;
Πρόσφατα ταξίδεψα στα Ιεροσόλυμα και εκεί ένοιωσα μοναδικά συναισθήματα που δεν μπορώ καν να σας μεταφέρω με λόγια. Ένοιωσα μια τρομερή έλξη προς τον Πανάγιο Τάφο, σε σημείο τέτοιο ώστε ήθελα να πηγαίνω εκεί συνέχεια. Η αίσθηση της αφής του προσώπου μου πάνω στο μάρμαρο του Τάφου με έκανε να πιστέψω, ότι δεν έχω ακουμπήσει στο δέρμα μου ποτέ πιο ζωντανό πράγμα από αυτό.

Και η πιο αγαπημένη σας μορφή από την πλευρά των Αγίων;
Με έχει συγκινήσει πάρα πολύ το συναξάρι που είχα διαβάσει, μιας πολύ ταπεινής μορφής μοναχού, του Όσιου Ευφρόσυνου του μάγειρα. Αυτή η ταπεινότητά του είναι το πιο ζωντανό παράδειγμα για όλους εμάς, που είμαστε σκλάβοι στο «εγώ» μας. Όταν είμαστε τόσο απόλυτα κυριευμένοι από τον εαυτό μας, πώς είναι δυνατόν να χωρέσουν άλλοι;

Επικαλείστε συχνά την βοήθεια του Θεού;
Αυτό που προσπαθώ κυρίως να κάνω είναι να αφήνω χώρο για τον Θεό. Και να μην μπλέκομαι και πολύ στα πόδια Του...
 


* Συνέντευξη στον Σωτήρη Λέτσιο στην εφημερίδα "Ορθόδοξη Αλήθεια", Τετάρτη 3 Μαϊου 2017.

Κυριακή, 11 Δεκεμβρίου 2016

[Ποίημα 360]

There's a certain Slant of light,                                              
Winter Afternoons –
That oppresses, like the Heft
Of Cathedral Tunes –

Heavenly Hurt, it gives us –
We can find no scar,
But internal difference –
Where the Meanings, are –

None may teach it – Any –
'Tis the seal Despair –
An imperial affliction
Sent us of the Air –

When it comes, the Landscape listens –
Shadows – hold their breath –
When it goes, 'tis like the Distance
On the look of Death –

~Emily Dickinson

******************************************
{Μεταφράσεις}

Εχει ένα Πλάγιασμα το φως,
Χειμώνα Δειλινό —
Που μας πονά και μας βαραίνει
Σαν Ύμνος σε Ναό —


Λαβωματιά, χαρίζει, Ουράνια —
Μένει άβρετη η ουλή,
Μα εκεί που τα Νοήματα, είναι —
Κρυφή μεταβολή —


Να το διδάξεις δεν μπορείς—
Οδύνη Οριστική —
Λύπη σταλμένη απ' τον Αιθέρα
Αυτοκρατορική —


Φτάνει, και το Τοπίο ακούει —
Τρομάζει — κάθε σκιά του —
Φεύγει, κι είναι σαν το Απόμακρο
Στην όψη του Θανάτου —


(μετάφραση: Ερρίκος Σοφράς)
 -----------------------------------------------------

Είναι μια κλίση του φωτός,
απόγευμα χειμερινό,
που μας συνθλίβει σαν σκοπός,
από καθεδρικό ναό.

Και μας πληγώνει με τον πόνο
των ουρανών, μα δεν θα βρούμε
σημάδι – ένα ρήγμα μόνο
σ’ ό,τι θελήσουμε να πούμε.

Καμιά δεν παίρνει διδαχή,
είναι σφραγίδα κι είναι πέρας·
μια συμφορά βασιλική
που μας τη στέλνει ο αιθέρας.

Την αφουγκράζεται ο τόπος
μ’ όλη την άπνευστη σκιά του,
κι ύστερα φεύγει κι είναι όπως
μάκρος στην όψη του θανάτου.

(μετάφραση: Διονύσης Καψάλης)
------------------------------------------------

Τρίτη, 5 Ιουλίου 2016

"Ζυράννα", του Ι. Μηνά

Μ' άρεζαν τα χέρια της πολύ
κι άφιλτρα εκάπνιζε τσιγάρα
όταν έβρεχε αγαπούσε την πληγή
που σε χωματόδρομους άφηναν τα κάρα.


Κολυμπούσε μέσα στο φουστάνι της
που το έδενε μια ζώνη κεντημένη
- σκύβοντας το κεφάλι στο παγκάκι της
χάραξε τα αρχικά από μια αγάπη περασμένη.

Ένα σταφιδόψωμο έβγαλε απ' την τσάντα της
κι έριχνε τα ψίχουλα στα γεγονότα
που σ' εφημερίδες καταγής όλα τα έγραφαν
εκτός από το - πα... πάμε μια βόλτα;

Έναν περίπατο θα ήθελα ψιθύρισε
για δες εκεί... τ' απογευματινό φεγγάρι
γύρισα κι είδα μες στα μάτια της
την αντανάκλαση από της ερημιάς τη χάρι.

Πώς σε λένε πες μου, όχι πώς σε είπανε
μα όπως σε σημάδεψε το αλέτρι του Οίστρου
Πέτρα με Λουλουδάκι νομίζω μ' αποκρίθηκε
μες στη σιωπή του ουρανού και την κλαγγή ενός σείστρου.
             

(δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Οδός Πανός, τεύχος 150)

Τετάρτη, 22 Ιουνίου 2016

Χρόνια Πολλά (για χτες) Μεριλ Στριπ!

Απλά δεν μπορούσα να αντισταθώ στο να το ανεβάσω, τη θαυμάζω τόσο πολύ για το ταλέντο της και για τον τρόπο που το διαχειρίστηκε..


Σάββατο, 18 Ιουνίου 2016

Μες τους προσφυγικούς συνοικισμούς


 Στέκομαι και κοιτάζω τα παιδιά· παίζουνε μπάλα. Κάθομαι στο ορισμένο καφενείο· σε λίγο θα σχολάσουν και θ’ αρχίσουν να καταφτάνουν οι μεγάλοι. Κουρασμένοι απ’ τη δουλειά, είναι πολύ πιο αληθινοί. Οι περισσότεροι γεννήθηκαν εδώ σ’ αυτή την πόλη, όπως κι εγώ. Κι όμως διατηρούν πιο καθαρά τα χαρακτηριστικά της ράτσας τους και την ψυχή τους, από μας τους διεσπαρμένους. Ιδίως όταν τους βλέπω εδώ, μου φαίνονται πιο γνήσιοι. Κάπως αλλιώτικοι μοιάζουν μακριά, σε άλλα περιβάλλοντα συναντημένοι.
Η αλήθεια πάντως είναι πώς στο ζήτημα της αναγνωρίσεως έχω φοβερά εξασκηθεί. Όπου κι αν είμαι, τον Πόντιο, ας πούμε, τον διακρίνω από μακριά· κι από μια γραμμή του κορμιού του μονάχα. Δεν είναι ανάγκη ν' ακούσω την ομιλία του, ούτε να διαπιστώσω την αλλιώτικη μελαχρινάδα. Σπανίως να πέσω έξω. Από κοντά όμως είμαι ολότελα αλάνθαστος. Το ίδιο και με τους Καραμανλήδες, τους Καυκάσιους, τους Μικρασιάτες απ’ τις ακτές, τους άλλους απ' τά βάθη, τους Κωνσταντινουπολίτες, από μέσα ή απ’ τα περίχωρα, κι ας επιμένουν όλοι τους πως είναι απ' την καρδιά της Πόλης, κι απ' το Γαλατά. Οι Θρακιώτες όμως έρχονται πιο καστανοί· ξανθοί πολλές φορές, κι ευκολότερα μπερδεύονται με πρόσφυγες από μέρη άλλα. Εξάλλου σα να έχουν χάσει την ιδιαίτερη προφορά τους ή ίσως εγώ να την έχω συνηθίσει. Μπερδεύονται κυρίως μ' αυτούς πού ήρθαν απ' τη Ρωμυλία. Αυτό συμβαίνει κι ανάμεσα στους Ηπειρώτες και στους άλλους απ' τις περιοχές του Μοναστηρίου.
Όταν τους μπερδεύω, το καταλαβαίνω συνήθως αργά· γιατί έχω τόση πεποίθηση πάνω σ' αυτό το ζήτημα, ώστε σπανίως ρωτώ. Κατά βάθος βέβαια αυτό δεν είναι σφάλμα, είναι διαπίστωση.
Κι όμως πόση συγκίνηση έχει να κοιτάζεις ή να συζητάς στα καφενεία και να διαισθάνεσαι τη δική σου ή μια άλλη πανάρχαια ράτσα. Ακούς εκείνες τις φωνές με τη ζεστή προφορά και σού 'ρχεται ν' αγκαλιάσεις. Ονόματα από σβησμένους τάχα λαούς και χώρες δειλιάζουν μέσα στο νου· μεθώ μονάχα και που τα λέω από μέσα μου, καθώς ολοένα βεβαιώνομαι. Χαίρομαι να κοιτάζω τις αδρές και τίμιες φυσιογνωμίες τους, κι ανατριχιάζω βαθιά, όταν σκέφτομαι πώς αυτός πού μου μιλά είναι δικός μου άνθρωπος, της φυλής μου. Κάτι σα ζεστό κύμα με σκεπάζει ξαφνικά, θαρρείς και γύρισα επιτέλους. Δεν έχει σημασία που δε γνώρισα ποτέ αυτή την πατρίδα ή που δε γεννήθηκα καν εκεί. Το αίμα μου από κει μονάχα τραβάει· εκτός κι αν είναι αληθινό πώς ο άνθρωπος αποτελείται απ' αυτά πού τρώει και πίνει, οπότε πράγματι είμαι από δω. Και πως εξηγείται τότε όλη αυτή ή λαχτάρα;
Γυρνώ μες στους προσφυγικούς συνοικισμούς με δυνατή ευχαρίστηση. Θράκες, Χετταΐοι, Φρύγες, όμορφοι Λυδοί, πάλι, θαρρείς, ανθούν ανάμεσά μας. Οι ίδιοι δεν ξέρουν βέβαια αυτά τα ονόματα· για μένα όμως είναι φορτωμένα μυστήριο και αγάπη. Κι αν ακόμα δεν είναι, πολύ θα ήθελα να ήταν έτσι η αλήθεια.
Κι όμως τα τελευταία χρόνια έχουν κάνει το παν για να σκορπίσει ή ομορφιά αυτή στους τέσσερεις ανέμους. Οι εγκληματίες των γραφείων εκμεταλλεύτηκαν τη ζωηράδα τους και την αγνότητα τους. Τους εξώθησαν να σφάξουν και να σφαχτούν να φαγωθούν, ιδίως μεταξύ τους. Τώρα φυσικά τους τρέμουν και προσπαθούν να τους ξεφορτωθούν με τη μετανάστευση. Πολύ αργά, νομίζω.
Κάθε φορά πού φεύγω από κει, με αποχαιρετούν χωρίς να δείξουν παραξένεμα, αν και άγνωστοι μου άνθρωποι. Τους πληροφορεί το αίμα τους για μένα, όπως και το δικό μου με κάνει να τους κατέχω ολόκληρους. Πάντως ποτέ τους δεν επιμένουν να με κρατήσουν στις παρέες τους.
Ολομόναχος, ξένος παντάξενος, χάνομαι στις μεγάλες αρτηρίες. Όταν ανάβει το κόκκινο και σταματούν τα' αυτοκίνητα, μού φαίνεται για μια στιγμή πώς παύει εντελώς κάθε θόρυβος. Ερυθρά και λευκά αιμοσφαίρια σα να κυκλοφορούν. Κι όμως βλέπω πώς το πλήθος εξακολουθεί να περπατά, να κουβεντιάζει ή να γελάει. Σταματώ πολλές φορές στη μέση τού πεζοδρομίου, κι όπως στο κούτσουρο πού κόβει το νερό, έτσι περιστρέφονται γύρω μου οι διαβάτες. Τώρα που δεν εμποδίζουν οι μηχανές, ακούω χιλιάδες βήματα στο πλακόστρωτο. Μού 'ρχεται να καμπυλώσω τη ράχη μου για να περάσει χωρίς εμπόδια αυτό τα ποτάμι. Της Γονατιστής [αύριο], όταν περνάει από πάνω μου το βουβό ποτάμι των προγόνων, γονατισμένος πάνω στα καρυδόφυλλα, σκύβω βαθιά στο χώμα, για να μη βγάλουν οι ψυχές εξαιτίας μου τον παραμικρότερο παραπονιάρικο βόμβο.
Εγώ όμως από τώρα είμαι βαριά παραπονεμένος. Μέσα στους ξένους και στα ξένα πράγματα ζω διαρκώς· στα έτοιμα και στα ενοικιασμένα. Συγκατοικώ με ανθρώπους πού αδιαφορούν τελείως για μένα, κι εγώ γι' αυτούς. Ούτε μικροδιαφορές δεν υπάρχουν καν μεταξύ μας. Ο ένας αποφεύγει τον άλλο, όσο μπορεί. Μα κι αν τύχει να σού μιλήσουνε, κρύβουν συνήθως τα πραγματικά τους στοιχεία σα να 'ναι τίποτε κακοποιοί. Το ιδανικό, ή τελευταία λέξη τού πολιτισμού, είναι, λέει, να μη ξέρεις ούτε στη φάτσα το γείτονα σου. Πονηρά πράγματα βέβαια· προφάσεις πολιτισμού, για να διευκολύνονται οι αταξίες.
Γι' αυτό ζηλεύω αυτούς πού βρίσκονται στον τόπο τους, στα χωράφια τους, στους συγγενείς τους, στα πατρογονικά τους. Τουλάχιστο, ας ήμουν σ' ένα προσφυγικό συνοικισμό με ανθρώπους της ράτσας μου τριγύρω.
  
(του αγαπημένου, τρισεύγενου, Γ. Ιωάννου)

Κυριακή, 5 Ιουνίου 2016

Κάποιες σκέψεις για την Αλίκη Βουγιουκλάκη

Από το βιβλίο "Μόνο για χρήστες" του Σταμάτη Κραουνάκη:
(Ο Κραουνάκης είχε γράψει τη μουσική για την παράσταση "Γλυκό πουλί της νιότης" όπου πρωταγωνιστούσε η Βουγιουκλάκη).

"Η Αλίκη στο μεταξύ έχει φορέσει ένα κομπινεζόν και είναι άβαφη. "Α, ήρθες; Έφερες μουσική; Για βάλε τον πρώτο μονόλογο". Και μπαίνει η μουσική που μοιάζει με ήχο από σπασμένα γυαλιά, κάτι πολύ αφαιρετικό, ίχνη μελωδίας. Η Αλίκη έχει πιάσει μια γωνιά και αρχίζει να μιλάει. Δεν το έχω ξαναδεί αυτό το πράγμα στη ζωή μου, δεν εννοώ μόνο από την ίδια, εννοώ από οποιονδήποτε ηθοποιό. Ήταν τέλεια, θεά, Βάσω Μανωλίδου. Ημιτόνια, αισθήματα, άκουγε, δεν έχανε τίποτε. Έπιανε και τον τελευταίο ήχο που έφτανε στα αυτιά της. (..) Τελειώνει, χειροκροτάμε, έχω συγκινηθεί, κλαίω. "Αλίκη μου" της λέω "μη βαφτείς, μείνε με το νυχτικό που φοράς, παιξ'το όπως το έπαιξες, σε παρακαλώ. Μικρύνετε την αίθουσα, βάλτε κουρτίνες." Απάντηση: "Α πα πα χρυσό μου, τι είναι αυτά που λες;"
Το ίδιο αυτό πρόσωπο με τον κόσμο και την παράσταση ήταν αναψυκτήριο βήτα κατηγορίας. Είχε σηκωθεί η μουσική, είχαν σηκωθεί οι εντάσεις, είχανε μπει τα μακιγιάζ, είχε γίνει ηρωικό, είχε γίνει πένθιμο. Εκείνο το πρωί κατάλαβα ότι αυτή η γυναίκα είχε συνειδητά εκποιήσει το μέγεθός της στα μέτρα της χώρας που ζούσε. (..) Οι άνθρωποι αυτής της τάξης όπως η Αλίκη είχαν κατανοήσει το τοπίο και είχαν αποφασίσει να επιβιώνουν μέσα σ' αυτό, μέσα σ' αυτή τη συνθήκη."

Από μικρή ως κουλτουριάρα που ήμουν δήλωνα αφοριστικά ότι "δε μου αρέσει καθόλου η Βουγιουκλάκη γιατί δεν ήξερε να παίζει, είχε μια μανιέρα κι αυτό ήταν όλο", άσε που το πρότυπο "γατούλας/γυναίκας σκληρής εξωτερικά, αλλά βασικά κλαψιάρας", δεν μου πήγαινε καθόλου ιδιοσυγκρασιακά. Καθώς μεγάλωνα αμβλύνθηκε κάπως αυτή η παιδική απολυτότητα, αλλά ποτέ δεν με εγκατέλειψε η ιδέα ότι η εθνική μας σταρ, ακόμα κι αν ξεκίνησε με σπουδαίους βαθμούς και προοπτικές από τη σχολή του Εθνικού Θεάτρου, στην πορεία έχασε το όποιο ταλέντο της κι έγινε ένα με τους ρόλους της. Το παραπάνω κείμενο ανατρέπει αυτή την ιδέα, μια και η παράσταση έγινε προς το τέλος της ζωής της. Στην πορεία θυμήθηκα και μια ρήση του Σακελλάριου: "Η Αλίκη είναι μια έξυπνη που κάνει την κουτή, ενώ η Τζένη μια κουτή που κάνει την έξυπνη". Φυσικά είχα δυσαρεστηθεί όταν το πρωτοδιάβασα, καθώς λάτρευα και λατρεύω την Καρέζη (και όχι, δε θα πέσω στο τρυπάκι της σύγκρισης, υπάρχουν τόνοι σχετικών άρθρων).
Απ' ό,τι φαίνεται λοιπόν η Βουγιουκλάκη δεν ήταν απλώς μια έξυπνη ατάλαντη, αλλά μια ταλαντούχα που έκανε μια συγκεκριμένη επιλογή. Διάλεξε τη λαοφιλία (όχι τόσο το χρήμα πιστεύω) έναντι του ταλέντου της. Δεν έχει νόημα να κρίνει κανείς αυτήν την επιλογή, ούτε και είναι σε θέση να το κάνει, δεδομένων των άπειρων εσωτερικών και εξωτερικών παραγόντων που διαμορφώνουν την πορεία κάθε ανθρώπου. Είναι απλώς άλλη μια απόδειξη ότι ο μανιχαϊσμός δεν έχει θέση στα γήινα πράγματα.

Τρίτη, 26 Ιανουαρίου 2016

Το μανταρίνι

Επέστρεφα από μια λογοτεχνική εκδήλωση στην Ακαδημίας, που πήρε τον κατήφορο από τη στιγμή που ανακατεύτηκε ο επηρμένος ακαδημαϊσμός. Είχα σκοπό να πάρω το τρένο από την Ομόνοια, αλλά τη στιγμή που έφτανα στην πλατεία, έφτασε δίπλα μου και το καλύτερο τρόλλεϊ των Αθηνών (το 6) οπότε άδραξα την ευκαιρία και επιβιβάστηκα. Ελάχιστος κόσμος, έκατσα σε μια από τις άδειες θέσεις δίπλα στο παράθυρο. Καθώς ήμουν βυθισμένη στις σκέψεις μου για τα διάφορα τραγελαφικά, απογοητευτικά και ενδιαφέροντα της εκδήλωσης, μια μυρωδιά με σκούντησε ελαφριά, σαν παιδί που δεν του δίνεις σημασία. Ο άντρας που είχε κάτσει δίπλα μου στην πλατεία Λαυρίου, ξεφλούδιζε ένα μανταρίνι.
Το μανταρίνι.. Είναι ένα φρούτο χειμωνιάτικο, φτάνει στα χέρια μας την πιο κλειστή εποχή για τους ανθρώπους, όταν όλοι και όλα έχουν μπει για τα καλά στ' αυλάκι τους. Κι έρχεται αυτός ο μικρός, βολικός καρπός που μπορείς να το φας παντού. Στη σχολή, στη δουλειά, στο δρόμο, στο λεωφορείο καλή ώρα. Η ευωδιά του τρυπάει την παγωμάρα του χειμώνα και ξυπνάει τις αισθήσεις.. Και είναι εκ φύσεως χωρισμένο σε μικρές κομψές φέτες, σχεδόν σε προκαλεί να το μοιραστείς! Μέσα στην πόλη, το μανταρίνι φέρνει κοντά τους ανθρώπους μεταξύ τους και με τη φύση, που χάνεται αργά στην αγκαλιά της Περσεφόνης, μέσα στη γη. Το μανταρίνι μας υπενθυμίζει ότι η ζωή δε σταματά. Τα φύλλα έχουν πέσει ξερά, πορτοκαλιά, στην άσφαλτο, πορτοκαλί ζωηρό όμως και το μανταρίνι! Είναι γλυκό και ξινό μαζί, γεμάτο από κουκούτσια που σε κρατούν σε εγρήγορση και σ' εκνευρίζουν ίσως. Πάνω απ' όλα όμως μυρίζει, ευωδιάζει, ποτίζει τις τάξεις μας, τα κτίρια δημοσίων υπηρεσιών, τα τρόλλεϊ. Δυο μέρη γλύκα κι ένα μέρος πίκρα, αυτή είναι η μυρωδιά του που προσπαθεί να εισχωρήσει στη ζωή μας.